05 Ιανουαρίου 2007

Only You - μέρος 8ο

Ο Χ κοίταξε το ρολόι. Κόντευε απόγευμα.

«Μα πού είναι αυτός ο άχρηστος?» μονολόγησε. «Να δεις, πάλι θα μου τη σκάσει και δεν θα έρθει» είπε στον καθρέφτη-ακροατή του. «Πφφφ!! Σκασίλα μου!!» φώναξε και προχώρησε προς το μπουκάλι με το ουίσκι.

Φρέσκαρε το ποτό του και πήγε στην κουζίνα για να προσθέσει παγάκια.

Εριξε το πρώτο παγάκι – ντλον ! – και μετά το δεύτερο – ντλον ! Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στο ποτήρι του και στα παγάκια που κολυμπούσαν μέσα στο ουίσκι. «Αχ, να’μουν παγάκι σήμερα» είπε πλησιάζοντας το πρόσωπό του στο ποτήρι. ‘Εκλεισε τα μάτια και μύρισε το ποτό....

«Στην υγειά μας!»

«Γκιά μας!»

«Οχι ‘γκια μας’ γλυκιά μου. ‘στην-υ-γειά-μας’»

«Στην υιά μας!»

«Χε χε.. Δεν πειράζει, θα τα μάθεις σιγά-σιγά τα ελληνικά. Αν και να μην τα μάθεις, δεν πειράζει, δεν θα σου χρειαστούν εξ’άλλου. Μόλις δώσω τα τελευταία δύο μαθήματα θα παντρευτούμε και θα φύγουμε για την Αγγλία. Μας περιμένουν εκεί ένα σωρό φίλοι.»

«Pardon?»

Κι όπως πάντα, η συζήτηση συνεχίστηκε στα γαλλικά, γιατί η καημένη η Λ, παρόλο που προσπαθούσε πραγματικά, δεν είχε καταφέρει ακόμα να συνεννοείται τόσο καλά στην ελληνική γλώσσα.

Ο Χ εκείνο το βράδυ της εξομολογήθηκε ότι θέλει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του μαζί της κι ότι μόλις έπαιρνε το πτυχίο του θα παντρευόντουσαν και θα έφευγαν. Εκείνη πετούσε από χαρά που ο αγαπημένος της είχε τέτοια σχέδια για τους δυο τους. Το ίδιο βράδυ πήγε και τα είπε όλα στη μητέρα της.

«Τι? Αγγλία? Και πώς θα έρθω εγώ εκεί? Εγώ κάνω καριέρα μουσικού εδώ! Εχω μαθητές, έχω συναυλίες, έχω...»

«Μα, μαμά, δεν χρειάζεται να έρθεις κι εσύ. Δύο κόρες έχεις. Δεν γίνεται να τις έχεις και τις δύο δίπλα σου. Κι έχεις και τη ζωή σου εδώ. Τη δουλειά σου, τις φίλες σου. Μην ανησυχείς για μένα»

«Καλά, καλά» απάντησε αδιάφορα η μητέρα της Λ. «Α! Πες του αύριο σε παρακαλώ να έρθει να δει τη βρύση της κουζίνας που στάζει»

«Dai, mamma, γιατρός είναι ο άνθρωπος! Όχι υδραυλικός!»

«Ναι, αλλά πιάνουν τα χέρια του. Ολα τα φτιάχνει ο άτιμος. Είδες τι καλός είναι? Εφευρέτης! Χα χα χα, bravissimo!»

«Μπά, μπα? Πώς το’παθες και λες καλή κουβέντα για τον Χ? Τελος πάντων, αύριο θα λείπει. Πάει στο Κάιρο με τον αδερφό του και θα επιστρέψει μεθαύριο. Όταν γυρίσει θα του πω να έρθει»

Δύο μέρες αργότερα, η Λ περίμενε τηλεφώνημα του Χ. Της είχε πει ότι γυρίζοντας από το Κάιρο θα της τηλεφωνούσε για να συναντηθούν. Κι έτσι εκείνη θα του ζητούσε αν μπορεί να περάσει από το σπίτι της για να δει μια βρύση που στάζει και μετά θα βγαίνανε.

Είχε πάει 6 το απόγευμα, μα το τηλέφωνο δεν είχε χτυπήσει ακόμα. Κι όμως, το τρένο από Κάιρο είχε φτάσει από τις 4. Ο Χ ήταν κάτι παραπάνω από τυπικός. Οταν έλεγε ότι θα τηλεφωνήσει μόλις πάει σπίτι, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μην το κάνει. Λαμβάνοντας υπ’όψιν ότι ο σταθμός του τρένου απείχε δεκαπέντε λεπτά από το σπίτι του Χ, θα έπρεπε το πολύ στις 4 και μισή να τηλεφωνήσει. Αλλιώς, κάτι είχε πάει στραβά. Κάτι είχε συμβεί. Η Λ είχε αρχίσει να ανησυχεί και προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν είχε συμβεί τίποτα. Όμως, όταν η ώρα πήγε 6 και μισή, σήκωσε το ακουστικό κι αποφάσισε να του τηλεφωνήσει. Σχημάτισε τον αριθμό τηλεφώνου του με μια μικρή αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

Τα δευτερόλεπτα που πέρασαν μέχρι να βγάλει γραμμή, της φάνηκαν αιώνες. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, η αγωνία της μεγάλωνε κι ένιωθε ολοένα και περισσότερο ότι, ναι, κάτι είχε πάει στραβά.

Επιτέλους! Ακούστηκε το πρώτο «μπιιιπ»! Το τηλέφωνο καλούσε. Χτύπησε μία, χτύπησε δύο, χτύπησε τρεις. Χτύπησε οκτώ φορές. Στην ένατη, κάποιος σήκωσε το ακουστικό! Τα χέρια της Λ πλέον έτρεμαν. Ήταν εντελώς σίγουρη ότι κάτι πολύ κακό είχε συμβεί. Το πρόσωπό της είχε παραμορφωθεί από την αγωνία.

«Αλό? Αλό?» είπε έντρομη πριν προλάβουν να της απαντήσουν από την άλλη άκρη της γραμμής.

«Ποιός είναι?» απάντησε μια γέρικη γυναικεία φωνή

«Bon soir, je suis L...»

«Περίμενε, περίμενε να φωνάξω τον Χ»

Ήταν η γιαγιά του Χ. Η μητέρα της μητέρας του, μια ηλικιωμένη αλλά δυναμική γυναίκα, η οποία εξελίχθηκε σε αιωνόβια γριούλα που το’λεγε η καρδούλα της. Εκείνη στην ουσία τους είχε μεγαλώσει. Όταν μετά το θάνατο του πατέρα τους η χήρα μάνα τους χρειάστηκε να βρει δουλειά, το μεγάλωμα των παιδιών το ανέλαβε η γιαγιά τους.

Ο Χ και ο Α της είχαν ιδιαίτερη αδυναμία. Πιο πολύ άκουγαν αυτήν παρά τη μητέρα τους. Μα και στο σπίτι, εκείνη έκανε τα πάντα. Εκείνη μαγείρευε, έπλενε, σιδέρωνε, καθάριζε και φρόντιζε στην ουσία τρία παιδιά. Την κόρη της και τους δύο γιούς της κόρης της. Ετσι, δικαιωματικά, εκείνη έκανε κουμάντο στο σπίτι.

Από τη λαχτάρα της να μην λείψει τίποτα στους δύο εγγονούς της, τους μεγάλωσε σαν πρίγκηπες, κάνοντάς τους να νιώσουν ότι είναι το κέντρο του κόσμου κι ότι κανείς και τίποτα δεν μπορεί να τους αγγίξει. Εκείνη τη μέρα η γιαγιά ένιωσε ότι το έδαφος κουνήθηκε κάτω από τα πόδια της. Όταν η κόρη της άνοιξε την πόρτα και εμφανίστηκαν οι δύο έξαλλες κυρίες φωνάζοντας, ένιωσε ότι τελικά ίσως αυτές να μπορούν να βλάψουν τα πολύτιμα εγγόνια της. Εκείνη τη μέρα ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε ότι τα εγγόνια της δεν είναι άτρωτα.

Η Λ περίμενε με αγωνία στο ακουστικό. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άκουσε τη φωνή του Χ.

«Εμπρός?»

«Χ? Je suis L..»

«Δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα, θα σου τηλεφωνήσω αργότερα.. ή .. μάλλον...Θα έρθω από εκεί αργότερα να μιλήσουμε. Λ, με αγαπάς?»

«Oui»

«Κι εγώ. Μην μ’αφήσεις ποτέ, τ’ακούς?»

«Mais…»

«Εγώ δεν θα σ’αφήσω ποτέ. Θα σε πάρω μαζί μου ότι κι αν γίνει. Θα έρθω το βράδυ να στα πώ. Γειά.»

Κι έκλεισε. Στο άλλο του χέρι κρατούσε ένα ουίσκι. Κοίταξε τα παγάκια που κολυμπούσαν στο ποτό. «Αχ, να ‘μουν παγάκι σήμερα...» είπε και πήγε από το χωλ στο σαλόνι. Εκεί τον περίμεναν η γιαγιά του, η μητέρα του και ο αδερφός του.

Οι δύο κυρίες είχαν φύγει. Προηγουμένως βέβαια είχαν ρίξει έναν απίστευτο καυγά κατηγορώντας η μία την άλλη για το γεγονός ότι ο καημένος ο Φρίτς πέθανε ολομόναχος.
Το αστείο ήταν ότι ο καυγάς είχε γίνει στα... ελληνο-γαλλικά, μιας που η ελληνικής καταγωγής σύζυγος του Φριτς έβριζε την μικρή στα ελληνικά για να της την σπάσει, ενώ η μικρή γαλλίδα που είχε μεγαλώσει στην Αίγυπτο απαντούσε σε άπταιστα γαλλικά. Η μία καταλάβαινε τη γλώσσα της άλλης αλλά, σε ένδειξη αντιπάθειας, επέμεναν να καυγαδίζουν κάθε-μια στη δική της γλώσσα!

«Εσύ φταις! Παλιο-Παριζιάνα τσούλα! Που μπήκες μες στην οικογένειά μας και μας τη διέλυσες!» είπε η ελληνικής καταγωγής σύζυγος του Φριτς.

«Moi? Ή εσείς madame, που τον εκγαταλείψατε και πήρατε και les enfants μαζί σας? Το ξέρετε ότι αυτό είναι έγκλημα??»

«Τι λες βρε τσόλι? Οχι, θα καθόμουν να βλέπω τα χάλια σας! Πήγα στους γονείς μου στo Κάιρο! Ναι! Κι εσύ εδώ αλώνιζες και του’φαγες όλα τα λεφτά! Παλιοθήλυκο!!!»

«Ε όχι και παλιοθήλυκο! Εγώ τίποτα δεν του ζητούσα. Αυτός από μόνος του τα ξόδευε. Μην ανησυχεις, κληρονόμος του εσύ είσαι, όχι εγώ.»

«Και να κληρονομήσω τί? Αέρα κοπανιστό?»

«Τι να σου πω madame? Πάρε τ’αυτοκίνητό του και πούλα το και άσε μας ήσυχους. Εγώ ήθελα να μάθω πού τον έχουν θάψει. Τώρα που το έμαθα, φεύγω! Adieu!»
Η μικρή άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε.

Η χήρα κοίταξε τα δύο αδέλφια και τους είπε «πού βρίσκεται το αυτοκίνητο? Τι πρέπει να κάνω για να το κληρονομήσω και να το πουλήσω?»

Ο Χ ξεροκατάπιε. Ο Α, με άνεση και ευκολία της εξήγησε ότι ο καημένος ο Φριτς έγραψε το αυτοκίνητο στον Χ επειδή δεν είχε λεφτά να τον πληρώσει κι ότι ο Χ το πούλησε και τα λεφτά είναι δικαίως δικά του. Ο Χ τον κοιτούσε αμίλητος. Αυτός δεν θα μπορούσε ποτέ να πει τέτοιο ψέμμα.

Η χήρα έμεινε αμίλητη για λίγα δευτερόλεπτα και μετά κοίταξε τον Χ και του είπε σοβαρά:
«Ευχαριστώ γιατρέ που φροντίσατε τον άντρα μου τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Θα απευθυνθώ στην αυστριακή πρεσβεία για να δω τι άλλο περιουσιακό στοιχείο μπορεί να του είχε απομείνει μετά την καταστροφή που του έφερε αυτή η τσούλα και ανάλογα θα πράξω. Αν χρειαστώ από εσάς τίποτα χαρτιά, καμιά απόδειξη της πώλησης του αυτοκινήτου ή τίποτε άλλο, θα σας ξαναενοχλήσω. Γειά σας.»

Ανοιξε κι αυτή την πόρτα κι έφυγε.

Στο δωμάτιο επικράτησε σιγή.

«Τι κάνουμε τώρα?» είπε απελπισμένος. «Τι ήθελα και σ’ακουσα με το κωλο-αυτοκίνητο? Την άκουσες τη γυναίκα του Φριτς?»

«Ελα τώρα. Δεν νομίζω να δημιουργήσουν πρόβλημα.Αυτός δεν είχε στον ήλιο μοίρα και εξ’άλλου τους είπαμε ότι το αυτοκίνητο στο είχε μεταβιβάσει κι ότι εσύ το πούλησες.»

«Αυτός είχε ένα αυτοκίνητο, Α!! Ενα αυτοκίνητο που το πήραμε παράνομα, το πουλήσαμε και κρατήσαμε τα λεφτά! Λοιπόν, αυτό είναι! Θα δώσω τα λεφτά στη σύζυγό του!»

«Είσαι τρελλός??» αναφώνησε αγανακτισμένος ο Α. «Θα πας και θα τους δώσεις τα χρήματα και θα τους πεις τί? Ξέρετε, ο άντρας σας δεν μου είχε γράψει το αυτοκίνητο κι εγώ με απάτη το πήρα στο όνομά μου, το πούλησα και ορίστε τα λεφτά σας??? Είσαι στα καλά σου?? Θα σε κλείσουν φυλακή!!»

«Εμένα θα κλείσουν φυλακή Α?? ΕΣΥ έκανες τις πλαστογραφίες!»

«Εγώ δεν επωφελήθηκα Χ από αυτήν την ιστορία. Κανείς δεν θα πιστέψει ότι ευθύνομαι εγώ για την απάτη! ΕΣΥ θα την πληρώσεις!»

Ο Χ έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλός, συνειδητοποιώντας τι του συνέβαινε. Απελπισμένος και με φωνή που ίσα-ίσα ακουγόταν, είπε: «Τι θα κάνω τώρα?»

Κι ο Α του απάντησε αποφασισμένος:
«Δεν μπορούμε να το ρισκάρουμε. Εδώ οι νόμοι είναι αμείλικτοι. Θα φύγεις! Θα πας στην Ελλάδα για μερικούς μήνες και μόλις σιγουρευτούμε ότι ο κίνδυνος πέρασε, θα επιστρέψεις».

«Και οι σπουδές μου?»

«Ελα τώρα! Εσύ είσαι ο καλύτερος! Ετοιμος γιατρός! Μόλις γυρίσεις, δίνεις τα δύο μαθήματα και τέλος καλό, όλα καλά!»

Ετσι, το ίδιο βράδυ ο Χ πήγε και βρήκε τη Λ στο σπίτι της, της τα είπε όλα, της έκανε πρόταση γάμου και την άλλη μέρα της αγόρασε ένα υπέροχο δαχτυλίδι. Πήρε το νόμιμο συνάλλαγμα μαζί του – η υπόθεση δεν σήκωνε και δεύτερη απάτη – και έφυγε αεροπορικώς για Αθήνα.

Η Λ θα έπρεπε πρώτα να παραιτηθεί από την καλή δουλειά της και να καθησυχάσει τη μητέρα της και την αδερφή της, οπότε θα έφευγε μετά από δύο βδομάδες γι’αυτήν την.. Ελλάδα, τη χώρα του αγαπημένου της που, αφού την αγαπούσε αυτός, θα την αγαπούσε κι εκείνη.

Ο Χ και η Λ ήρθαν στην Ελλάδα. Στη χώρα της οποίας ο εθνικός ύμνος έφερνε δάκρυα στα μάτια του Χ, γιατί έτσι τον είχαν μεγαλώσει. Ετσι είχαν μεγαλώσει όλοι οι Ελληνες στην Αίγυπτο. Λατρεύοντας την Ελλάδα.

....Μόνο που η Ελλάδα εκείνη την εποχή, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, πεινούσε πολύ και για να χορτάσει, έτρωγε μέχρι και τα παιδιά της......

(συνεχίζεται....)

10 σχόλια:

patsiouri είπε...

Ώχ,δέν του έφταναν όλα τα άλλα, θα μπλέξει και με το ΔΙΚΑΤΣΑ ο έρμος??? Ούτε ψύλος στον κόρφο του!!
Μπράβο μικρή άνιμα για μιά ακόμα φορά, εννοείται πως δέν θα το τελειώσεις βλέπω αφού όσο πάς το εμπλουτίζεις, δέ γίνεται να πάθει κανα ατύχημα και αυτή η ξενέρωτη η γυναίκα του Φρίτς που δυσφημίζει και τη χώρα μας??? ( ούπς, ελπίζω να μήν αποτελεί έμπνευση από κάποια υπαρκτή συγγενή σου!!! )

Hlias είπε...

Λοιπον...αν και δεν αφηνο παντα καποιο σχολιο στα κειμενακια σου δεν σημαινει οτι δεν τα διαβαζω.
Μια ερωτησουλα μονο να κανω παρακαλω,ολες αυτεσ οι ιστοριουλες ειναι δημιουργηματα του μυαλου σου, ναι; Αν ναι ευγε σου γιατι εχεις συγκροτημενο μυαλο και σε ζηλευω λιγουλακι γιατι εγω δεν μπορω να συγκεντρωθω σε μεγαλα κειμενα αλλα προσπαθω..περιμενω την συνεχεια,συντομα ε!!!!


καλο βραδυ!

anima rana είπε...

patsiouri, Μην ανησυχείς. Η .. χήρα Φριτς υπάρχει μόνο στη φαντασία μου!! Εσύ θα έπρεπε να γράψεις μια παρόμοια ιστορία, αλλά με πολύ χιούμορ μέσα! Λίγο Λιχτενστάιν, λίγο πλούτώνιο, λίγο ΔΙΚΑΤΣΑ... χα χα χα!

hlia, το 80% είναι δημιούργημα του μυαλού μου. Κάπου εκεί ανάμεσα υπάρχουν και πραγματικά γεγονότα όμως..

Ασκαρδαμυκτί είπε...

Θηλυκός Τολστόι...

anima rana είπε...

Υπερβολές!!!

...Τολστόι, ε?

(κχχχχ... πνιχτό γέλιο!)

VITA MI BAROUAK είπε...

Πάει το τραίνο. Το έχασα...

patsiouri είπε...

Ναί, και οι φίλοι μου αυτό λένε, το ξέρω πως είμαι απολαυστική, που να ακούσεις και πόσο εφευρετική είμαι όταν καταριέμαι στην κίνηση, και πάλι congruts...Λέων...!!!

Μαράκι είπε...

απο βατραχάκι λιονταράκι μπράβο πρόοδος και δεν σε βάλαμε και στο photoshop για τη μετατροπή Λεοντίτσα Τολστόι

anima rana είπε...

βρε τι πάθατε? τόσο πολύ σας αρέσει? παράξενο μου φαίνεται...

barouak, τι τρένο έχασες? έχασες κάποιο επεισόδιο της ιστορίας? να σου κάνω μια περίληψη αν θες!

μαράκι, είσαι πάρα πολύ γλυκό κοριτσάκι΄

και γενικότερα θέλω να πω για όλους σας ότι είστε πάρα πολύ καλοί και το θεωρώ τουλάχιστον ΥΠΕΡΟΧΟ το ότι έχω αποκτήσει νέους φίλους σαν εσάς. Ελάχιστοι φίλοι μου γνωρίζουν την ύπαρξη του blog κι εσείς, χωρίς να με ξέρετε, μου λέτε τόσο καλά λόγια....

annamaria είπε...

Μα αξιζεις μονο καλα λογια βατραχακι μας!!