26 Ιανουαρίου 2007

Only You - μέρος 10o

«Μα τι κίνηση είναι αυτή σήμερα? Την τύχη μου μέσα!» είπε φανερά εκνευρισμένος ο Α. «Οχι τιποτ’άλλο, θα πάω στον Χ αργοπορημένος και θα μου τα πρήξει! Κι άλλη όρεξη δεν είχα, ειδικά αυτές τις μέρες που αρπάχτηκα και με την άλλην!»

Η ... «άλλη» ήταν η τελευταία κατάκτησή του!

Ο Α, σε αντίθεση με τον Χ, ήταν από μικρός και μέχρι σήμερα γυναικάς. Ενώ και οι δύο ήταν γοητευτικοί στα νιάτα τους και με πολλές κατακτήσεις, ο Χ ήταν πάντα υπέρ της ποιότητας, ενώ ο Α υπέρ της ποσότητας. Ετσι, ενώ ο Χ είχε αρκετές και υγιείς σχέσεις στο ιστορικό του, ο Α είχε απλώς πάρα πολλές. Παρόλες τις διαφορές τους και σ’αυτόν τον τομέα, στο τέλος κατέληξαν να έχουν και μια ομοιότητα:

Ήταν μόνοι.

Οι σύζυγοί τους δεν ήταν πια δίπλα τους. Ο Χ, κάποτε είχε την Λ. Ο δε Α, κάποτε είχε την Μ.

Η Μ τον αγαπούσε από μικρή, μα αυτός της έδωσε την ευκαιρία να μπει στη ζωή του, παρά μόνο αφού είχε ήδη χωρίσει από την πρώτη του σύζυγο.
Η πρώτη σύζυγος του A, τον είχε αφήσει για να φύγει με έναν φίλο του. Ο Α είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να την ξανακερδίσει, επιχειρώντας μέχρι και να συγκατοικήσει με εκείνην και τον «άλλον», αλλά ήταν μάταιος ο κόπος.

Η Μ ξανασυνάντησε τον Α λίγο μετά το διαζύγιό του. Τον αγάπησε πραγματικά. Στάθηκε δίπλα του, μα αυτός – όπως και ο αδερφός του βεβαίως, βεβαίως – δεν ήταν ικανός να δείξει τα συναισθήματά του. Η Μ δεν είχε την υπομονή της Λ, ούτε το χαρακτήρα της. Αντεξε δίπλα του πολλά χρόνια, μα οι συγκρούσεις ήταν πολλές. Ο Α και η Μ δεν χώρισαν ποτέ επισήμως, απλά μια μέρα η Μ τα μάζεψε κι έφυγε.

Η Μ με την Λ παρέμειναν φίλες. Μετά από τόσα χρόνια παντρεμένες με τους δύο εκρηκτικούς διδύμους, είχαν πάρα πολλά κοινά. Ακόμα και μετά την απομάκρυνσή της απο τον Α, η Μ διατήρησε την δυνατή και αδερφική της σχέση με την Λ και τον Χ. Εξ’άλλου, ο Χ με τον Α δεν τα ξαναβρήκαν ποτέ εκατό τοις εκατό, πράγμα που σήμαινε ότι όποιος είχε πληγωθεί από τον Α, ήταν φίλος για τον Χ.

Ώσπου μια μέρα, έφυγε η Λ απ’τη ζωή του Χ, τόσο απροειδοποίητα, τόσο απότομα, τόσο άδικα, τόσο πρόωρα, που όλα τα βάσανα που είχε ζήσει ο Χ εξ’αιτίας του αδερφού του φάνταζαν παιχνίδι μπροστά σ’αυτά που ένιωσε αφού έχασε την Λ.

Εμεινε μόνος. Μόνος σ’ένα άδειο σπίτι. Η κόρη του παντρεύτηκε και μετακόμισε αλλού. Ο δε Α, παιδιά δεν απέκτησε ούτε με την πρώτη, ούτε με τη δεύτερη σύζυγο. Έμεινε κι αυτός μόνος σ’ένα άδειο σπίτι.

Τι σύμπτωση...

Τώρα, ο Χ ήταν μόνος, χωρίς να υπάρχει κανένας τρόπος να φέρει πίσω τη Λ, ενώ ο Α ήταν μόνος και, παρόλο που θα μπορούσε να φέρει πίσω τη Μ, προτιμούσε να συναντά φίλους, να κάνει γνωριμίες και, τελευταίως, να βγαίνει με μία συγκεκριμένη κυρία.

Η τωρινή σύντροφος του Α ήταν μια παλιά γνωστή, με την οποία είχε βγει μερικές φορές, μετά την εγκατάστασή του στην Ελλάδα, λίγο μετά το διαζύγιό του από την πρώτη σύζυγο και λίγο πριν ξανασυναντηθεί με την Μ. ‘Ηταν μια σχέση που δεν κράτησε πολύ γιατί η κυρία έφυγε για να κάνει καριέρα στο εξωτερικό.

Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, εκείνη είχε αποφασίσει να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα και να επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα. Είχε επικοινωνήσει με τον Α και τον είχε πετύχει στην φάση που η Μ τα είχε μαζέψει κι είχε φύγει. Ετσι, αναπτύχθηκε φιλία ανάμεσά τους και μετά - προφανώς - ειδύλλιον.

Η σχέση τους άλλαζε ανά τακτά χρονικά διαστήματα από ειδύλλιο σε απλή φιλία και από απλή φιλία ξανά σε ειδύλλιο, κι αυτό γιατί εκείνη έβλεπε ότι ο Α κατά βάθος δεν σκόπευε να ζητήσει διαζύγιο από την Μ και να παντρευτεί για τρίτη (και φαρμακερή) φορά.

Επί του παρόντος, η σχέση τους βρισκόταν σε δύσκολη φάση, μιας που εκείνη είχε κουραστεί από την εναλλαγή του ειδυλλίου σε φιλία και αντίστροφα, ενώ κατά βάθος θα ήθελε μια πιο επίσημη σχέση με τον Α. Οι καυγάδες συνέβαιναν πλέον καθημερινά και ο Α δεν ήξερε πια τι προτιμούσε. Να είναι με αυτήν? Να είναι με την Μ? Ή να είναι εντελώς μόνος?

«Ρε φίλε, τι γίνεται και έχουμε όλοι κολλήσει σήμερα?» ρώτησε έναν νεαρό που ερχόταν καβάλα στη μηχανή του από το αντίθετο ρεύμα του δρόμου, όπου το μποτιλιάρισμα που επικρατούσε δεν ήταν τόσο έντονο.

«Εχει κλείσει η αστυνομία τη διασταύρωση των δύο λεωφόρων. Μια ομάδα νεαρών κάνει κάτι μικροεπεισόδια, για τη 17 Νοέμβρη. Ξέρετε. Αντι να τα κάνουν χτες, τους κάπνισε να τα κάνουν σήμερα»

«Μάλιστα....» έιπε ο Α.

Ανέβασε το τζάμι του παραθύρου του. Είχε ένα ύφος σκεπτικό και προβληματισμένο. Αναψε ένα τσιγάρο. «Τόσα χρόνια πέρασαν. Ακόμα εξακολουθεί ο κόσμος και κάνει φασαρίες? Τόσο πια τους χάλασε η χούντα?
Δεν ξεχνάνε ποτέ οι άνθρωποι? Τι στο διάολο» είπε και φύσηξε με δύναμη τον καπνό.

«Δεν λες πάλι καλά που λίγο μετά που ήρθα στην Ελλάδα, έγινε και το πραξικόπημα! Αλλιώς, ποιός ξέρει τι θα είχα απογίνει. Ποιός θα με ήξερε? Κανείς. Ούτε λεφτά θα’χα, ούτε αυτοκίνητα, ούτε γκόμενες. Α πα-πα-πα-πα! Βλάκας είναι ο κόσμος. Γι’αυτό δεν καταφέρνουν τίποτα στη ζωή τους. Κάθονται και διαμαρτύρονται και γκρινιάζουν για τη χούντα. Χα!! Γιατί, μήπως τώρα έχουμε δημοκρατία?

Μην πας μακρυά, κι ο Χ μια απ’τα ίδια είναι. Ο ταλαιπωρημένος αριστερός. Πφφφ.... Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου. Η χούντα, που τον κατέστρεψε, που τον ρήμαξε που, που, που. Χαζός, παιδί μου.

Εμείς όταν ήρθαμε Ελλάδα, επικρατούσε το χάος. Ο βασιλιάς τσακωνόταν με την κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε, ο βασιλιάς με τους αποστάτες τα κάνανε πλακάκια.. Αστα! Της μουρλής! Μέσα σ’όλα, ο Χ το βιολάκι του. ‘Θέλω να γίνω γιατρός! Θέλω να γίνω γιατρός!’. Δεν βρίσκεις καμιά δουλειά λεω’γω γιατί μας βλέπω στο δρόμο σε λίγο καιρό? Ετσι του’πα. Κι αυτός τι έκανε? Εβαλε τη Λ να δουλεύει! Δούλευε η Λ, δούλευα εγώ και ο γιατρός σπούδαζε! Τι μας λες? Ελεγε η μάνα μας ‘άστον Α, άστον ήσυχο να τελειώσει τις σπουδές του’. Γιατί? Τον ενόχλησα εγώ ποτέ? Πφφφ... Αυτός τις σπουδές του κι εγώ τις δημόσιες σχέσεις μου. Η δουλειά που βρήκα ήταν ό,τι έπρεπε για να κάνω τις διασυνδέσεις μου. Να’ναι καλά ο θείος Νώντας και ο μανιακός συλλέκτης – πελάτης του, που ήταν ιδιοκτήτης μεγάλου ξενοδοχείου κι έψαχνε για κόσμο. Ο Χ αρνήθηκε να ξεπέσει και να δουλέψει σε ξενοδοχείο κι έτσι, με μεγάλη μου χαρά, πήγα εγώ!

Τον αφήσαμε ήσυχο να σπουδάσει. Τι φταίω εγώ που μετά από λίγο καιρό έγινε το πραξικόπημα? Ε, εντάξει, ήταν άτυχος. Η δικτατορία έκανε τέτοιες κομπίνες, που οι φοιτητές ήταν πλέον ανίκανοι να αντιδράσουν. Τους πήρε και τους σήκωσε. Οι ντόπιοι ήταν πιο κωλοπετσωμένοι βέβαια. Ο Χ ήταν ‘ξένος’ γι’αυτούς. Ποιός θα καθόταν να ασχοληθεί με τα ‘θελω’ και τα ‘πρέπει’ του?

Εγώ εντωμεταξύ, έκανα τις υψηλές γνωριμίες μου. Πολύ υψηλές! Αχχχ.... Ας με άκουγε λίγο ο Χ, και όχι καρδιοχειρούργος, αλλά υπουργός υγείας θα ήταν σήμερα. Ολους τους ήξερα. Όλους! Μπαινόβγαιναν στο ξενοδοχείο. Κολλητοί με το αφεντικό μου. Αν τους μιλούσα για τον Χ, θα τον τακτοποιούσαν αμέσως.
‘Να μου κοπεί το χέρι!’ μού απάντησε όταν τόλμησα να του το προτείνω. Τον άφησα κι εγώ λοιπόν στην τύχη του. Και η τύχη του δεν ήταν καλή.

Τα πράγματα δυσκόλεψαν. Ήρθε η πεθερά του απ’την Αίγυπτο, να δει τι απέγινε η κορούλα της. Εγώ παντρεύτηκα. Μείναμε όλοι μαζί. Εγώ με τη γυναίκα μου, αυτός με τη Λ, η πεθερά μου, η πεθερά του, η μάνα μας και η γιαγιά μας. Κόλαση! Χαμός! Της τρελλής γινόταν.

Τα έξι χρόνια της χούντας τον εξόντωσαν. Η κατάσταση μέσα στο σπίτι μας τον αποτρέλλανε. Επρεπε να αποφασίσει. Ετσι, πήρε την Λ και φύγανε τρέχοντας από το σπίτι της συμφοράς. Κι η πεθερά του νοίκιασε ένα άλλο, μικρότερο διαμέρισμα κι έμεινε μόνη της, μιας που ήδη δούλευε ως καθηγήτρια μουσικής και δεν είχε κανένα οικονομικό πρόβλημα.

Ήταν ζήτημα χρόνου να με παρατήσει η γυναίκα μου. Πόσο να αντέξει με τη μάνα της, την πεθερά της και τη μάνα της πεθεράς της στο ίδιο σπίτι? Με κεράτωσε κι έφυγε. Χα! Μετά από όλες αυτές τις αποχωρήσεις, η μητέρα μας αποφάσισε να βρει δουλειά. Συνεργάστηκε με έναν γνωστό ορθοπεδικό που γνώριζε από την Αλεξάνδρεια κι έφτιαχνε ορθοπεδικά βοηθήματα. Φύγαμε κι εμείς από το μεγάλο σπίτι και πήγαμε σ’ένα μικρότερο αλλά πολύ βολικό για τους τρεις μας, εμένα, τη μαμά μου και τη γιαγιά μου.

Εκείνη την περίοδο έζησα τη δεύτερη εφηβεία μου. Ήμουν στο άνθος της ηλικίας μου, τριάντα πέντε ετών! Εβγαινα με την μία και με την άλλη, γλεντούσα, διασκέδαζα, περνούσα φίνα. Απ’όλες όσες έβγαινα, δύο μού έκαναν εντύπωση. Η μία έφυγε στο εξωτερικό για να κάνει καριέρα και η άλλη... με παντρεύτηκε!

Ενω εγώ λοιπόν έκανα τη ζωή μου, ο Χ παιδευότανε με τα πανεπιστήμια. Εκανε τον αγωνιστή, τον δύσκολο, τον αδικημένο. Και τι κατάλαβε? Οταν έπεσε η χούντα η Λ ήταν πλέον έγκυος και δεν έπαιρνε άλλη αναβολή το πράγμα. Επρεπε πάλι να αποφασίσει.

Και αποφάσισε να εγκαταλείψει.

Πόσες φορές δεν προσπάθησα να τον πείσω να με αφήσει να μιλήσω στις γνωριμίες μου, μα αυτός ήταν ανένδοτος. Είχε αρχές, είχε όραμα, είχε ιδέες. Ενώ εγώ γι’αυτόν ήμουν πάντα ένας απατεώνας. Τον άφησα να εγκαταλείψει.

Δεν τον είχα ξαναδεί έτσι. Η Λ μου’χε πει ότι τον είχε ξαναδεί έτσι, τότε που η μάνα μας τού είχε πει ότι δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ στην Αίγυπτο γιατί του φόρτωσε τις δικές μου τις απάτες με το συνάλλαγμα. Τον άφησα να εγκαταλείψει...

Τον άφησα....

Εγκατέλειψε την ιατρική και δούλεψε μαζί με την μητέρα μας. Κάνανε καλές δουλειές για πολλά χρόνια. Όταν εκείνη πέθανε, ο Χ ανέλαβε μόνος του τη δουλειά. Κάποια στιγμή βγήκε και στη σύνταξη, αλλά, τι τα θες. Σύνταξη είναι αυτή? Ευτυχώς η Λ έκανε λαμπρή καριέρα στην εταιρία που δούλεψε και όταν συνταξιοδοτήθηκε πήρε σχεδόν τα διπλά από τον Χ.

Την καημένη τη Λ. Ήταν υπέροχος άνθρωπος. Ποτέ της δεν τον εγκατέλειψε...»

Τα γκιζομελί μάτια του ήταν υγρά. Η κίνηση σιγά-σιγά αραίωνε και με χαμηλή ταχύτητα τα αυτοκίνητα πλησίαζαν τη διασταύρωση.

Αν γύριζε πίσω ο χρόνος, αν είχαν μια ευκαιρία να αλλάξουν την ιστορία, όλα θα ήταν τόσο διαφορετικά. Ο Χ θα βοηθούσε τον Α στο διάβασμα και, κουτσά-στραβά, θα το’βγαζε το Λύκειο. Ο Α δεν θα έμπλεκε με ύποπτες παρέες και θα ήταν περισσότερο δεμένος με τον αδερφό του. Το αυτοκίνητο δεν θα γινόταν ποτέ αφορμή να πάνε όλα κατά διαόλου ανάμεσά τους, ο Α δεν θα ασχολιόταν ποτέ με τόσο τραβηγμένες παρανομίες όπως η εξαγωγή συναλλάγματος και ο Χ θα γινόταν ένας καταπληκτικός καρδιοχειρούργος.

Τώρα, σαράντα χρόνια μετά από εκείνη την εποχή, ήταν πλέον αργά για συγνώμες και επούλωση των πληγών...

Το φανάρι κοκκίνισε. Ο Α άναψε άλλο ένα τσιγάρο και άνοιξε λίγο το τζάμι του αυτοκινήτου του για να φύγει η κάπνα.

Εκείνη τη στιγμή το κινητό του τηλέφωνο άρχισε να χτυπά.

«Ωχχχχ...... Ο Χ θα είναι. Ποιός τον ακούει τώρα...»

Ψαχούλεψε την τσέπη του σακκακιού του και έβγαλε το κινητό του.

«Εμπρός?»

«Ελα Α, εγώ είμαι»

Ο Α έμεινε για λίγο αμίλητος. Δεν ήταν ο Χ.

«Τι θες?»

«Να μιλήσουμε θέλω Α»

«Τώρα δεν μπορώ είμαι στο δρόμο και πάω στον αδερφό μου. Οτι είχαμε να πούμε το είπαμε. Σου ξεκαθάρισα ότι δεν μπορώ να χωρίσω την Μ και να σε παντρευτώ. Μην επιμένεις άλλο!»

Η γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη απάντησε τρεμάμενη.

«Α, σε παρακαλώ, θέλω να σε δώ, δεν είμαι καλά. Πήρα τα αποτελέσματα των γυναικολογικών εξετάσεών μου και.. και...»

Η γυναίκα ξέσπασε σε κλάμματα.

Το φανάρι άναψε πράσινο. Ο Α είδε κι έπαθε για να καταφέρει να οδηγήσει το αυτοκίνητό του μέχρι τη διασταύρωση και να στρίψει αναγκαστικά, για να μπορέσει να σταματήσει πρόχειρα στην άκρη του δρόμου.

«Τι έγινε? Τι συμβαίνει? Γιατί κλαις τώρα?»

«Σε ικετεύω, έλα! Και πας στον αδερφό σου μια άλλη μέρα. Είμαι πάρα, μα πάρα πολύ τρομαγμένη» είπε ανάμεσα σε λυγμούς.

Ενας τροχονόμος ερχόταν απειλητικά προς το μέρος του Α.

«Σε κλείνω. Θα σε πάρω σε πέντε λεπτά» είπε ο Α κι έκλεισε.

«Καλημέρα σας κύριε» είπε το όργανο χαιρετώντας. «Συμβαίνει κάτι κι έχετε σταματήσει πάνω στη διασταύρωση?»

«Οχι, όχι, μόλις έφευγα, απλά έστριψα από λάθος κι ήθελα να δω πώς γίνεται να ξαναμπώ στη λεωφόρο για να πάω ευθεία»

«Βλέπετε τι γίνεται? Αδύνατον να ξαναμπείτε στη λεωφόρο. Συνεχίστε ευθεία και στα πεντακόσια μέτρα μπορείτε να κάνετε αναστροφή. Πηγαίνετε όμως τώρα, γιατί πρέπει να προχωρήσουν και οι υπόλοιποι οδηγοί»

Ο Α έβαλε πρώτη κι έφυγε.

Στο δρόμο αυτόν επικρατούσε επίσης κίνηση, αλλά όχι τόσο έντονη όσο στη μεγάλη λεωφόρο. Σιγά-σιγά τα αυτοκίνητα προχωρούσαν ευθεία. Ο Α ήξερε ότι για να πάει στο σπίτι της συντρόφου του θα έπρεπε να συνεχίσει όλο ευθεία, ενώ για να πάει να βρει τον Χ, θα έπρεπε να στρίψει αριστερά στην επόμενη διασταύρωση.

Τα αυτοκίνητα προχωρούσαν κι ο Α δεν ήξερε τι να κάνει. Κοιτούσε μία το κινητό του που ήταν πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού και μία το δρόμο. Τα οχήματα πλησίαζαν στη διασταύρωση. Ο Α ήταν στην αριστερή λωρίδα, έτοιμος να κόψει ταχύτητα για να στρίψει.

Στο μυαλό του οι σκέψεις στροβιλίζονταν σαν ξερά φύλλα το φθινόπωρο που τα παίρνει ο αέρας. Τα παιδικά του χρόνια, ο πατέρας του, η μητέρα του, η γιαγιά του, ο αδερφός του. Ο καυτός ήλιος της Αλεξάνδρειας, τα λουλούδια, η ζέστη, το σχολείο, τα κορίτσια, οι καθηγητές, οι φίλοι, τα πάρτυ, οι γνωριμίες, οι βόλτες, η αστυνομία, το αεροδρόμιο, η πρώτη του γυναίκα, η Μ..., η Λ, η κόρη του Χ...

Έστριψε απότομα το τιμόνι του και πάτησε γκάζι. Τα υπόλοιπα αυτοκίνητα κόρναραν και οι ήχοι απότομων φρεναρίσματων διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Βρισιές, φωνές, χειρονομίες. Ο Χ κατέβασε το τζάμι, χαιρέτησε ζητώντας συγνώμη και ξαναμπήκε στη μεσαία λωρίδα. Η διασταύρωση ήταν πλέον πίσω του.

«Πάω να την βρω. Δεν μπορώ να μην πάω. Ο Χ θα καταλάβει. Ούτως ή άλλως γραμμένο μ’έχει. Δεν πρόκειται να με συγχωρέσει ποτέ, ότι και να του πω. Και δεν θα’χει κι άδικο. Δεν έχω και τίποτα να του πω. Την άλλην όμως, δεν μπορώ να την αφήσω έτσι. Ο Χ έχει και μια κόρη. Εγώ δεν έχω τίποτα πια. Ο Χ θα καταλάβει. Ξέρει την αδυναμία μου στις γυναίκες. Ξέρει».

________________

Στην άλλη άκρη της πόλης, ένας ηλικιωμένος άντρας φοράει τις πυτζάμες του και τις παντόφλες του, πλένει τα δόντια του και γεμίζει ένα ποτηράκι νερό. «Μήπως διψάσω τη νύχτα» μονολογεί. Το κεφάλι του είναι ασήκωτο και το στομάχι του γουργουρίζει, αλλά αυτός δεν θέλει να φάει.

Προχωράει με αργά βήματα προς το υπνοδωμάτιό του.

Στο διάδρομο το βλέμμα του πέφτει στο ημερολόγιο τοίχου. 18 Νοεμβρίου 2006. Κοντοστέκεται και με το χέρι του κόβει με μίσος τη σελιδούλα.

Μπαίνει στο υπνοδωμάτιό του και ανοίγει το συρτάρι του κομοδίνου του.

Εκεί, αντικρύζει μια φωτογραφία της γυναίκας του, το κιτρινισμένο πάσο του πανεπιστημίου, μια παιδική φωτογραφία του μαζί με τον αδερφό του, μια φωτογραφία της κόρης του και άλλες τρεις σελιδούλες ημερολογίου. 18 Νοεμβρίου 2003, 18 Νοεμβρίου 2004 και 18 Νοεμβρίου 2005. Ρίχνει στο συρτάρι και την σελιδούλα που κρατούσε στο χέρι του και ακουμπάει το ποτηράκι με το νερό στο κομοδίνο.

Ξαπλώνει στο κρεββάτι του. Τα μάτια του είναι κόκκινα. Ήταν μια δύσκολη μέρα. Το βλέμμα του έπεσε στη φωτογραφία της αγαπημένης του. Τα μακριά μαύρα μαλλιά, τα μεγάλα μαύρα μάτια και το χαμόγελο όλο αγάπη...

«Δεν ήρθε. Δεν ήρθε. Για άλλη μια φορά μάς πούλησε, αγαπημένη μου. Αλλά δεν με νοιάζει. Δεν με νοιάζει πια.

Δεν με νοιάζει που δεν πήγα στην Αγγλία και που δεν έγινα καρδιοχειρούργος. Ούτως ή άλλως η καριέρα μου θα κατέρρεε τώρα που σ’εχασα. Δεν με νοιάζει που δεν έγινα πλούσιος. Ούτως ή άλλως όλα τα λεφτά του κόσμου δεν θα μπορούσαν να σε φέρουν πίσω. Θυμάσαι κάποτε τι σου’χα πει? Ο γενικός διακόπτης κατέβηκε. Η λάμπα κάηκε κι έμεινε μόνο το εύθραυστο γυάλινο περίβλημα. Δεν με νοιάζει τίποτα πια. Εφαγα μια ολόκληρη ζωή γκρινιάζοντας για αυτά που δεν κατάφερα να κάνω εξαιτίας του αδερφού μου, και τι κατάλαβα? Αφησα το χρόνο να περάσει χωρίς να χαρώ τη ζωή, χωρίς να κάνω πράγματα για σένα, κι αυτή τη φορά εξαιτίας του ίδιου μου του εαυτού!

Και τώρα πιά, όλα είναι ασήμαντα για μένα. Αφού εσύ δεν είσαι εδώ, η ζωή μου δεν έχει πια νόημα. Καληνύχτα γλυκιά μου»

Έκλεισε τα μάτια του. Ενα δάκρυ κύλησε στο πλάι του προσώπου του.....

Φώτα.... Γέλια.... Μουσική…Μουσική…

Μα τι όμορφο αυτό το τραγούδι...Τι όμορφη μουσική….όμορφη σαν εσάς δεσποινίς.

Αλήθεια, πώς σας λένε?

….Χορεύουμε?

Only you, can make all this world seem right
Only you, can make the darkness bright
Only you, and you alone, can thrill me like you do
And fill my heart with love for only you

Only you, can make all this change in me
For it's true, you are my destiny
When you hold my hand, I understand the magic that you do
You're my dreams come true, my one and only you

Only you, can make all this change in me
For it's true, you are my destiny
When you hold my hand, I understand the magic that you do
You're my dreams come true, my one and only you

One and only you....

(The Platters)




ΤΕΛΟΣ

20 σχόλια:

evita είπε...

Πολύ όμορφη ιστορία. Μου προκάλεσε πολλά συναισθήματα και όμορφα και άσχημα. Να 'σαι καλά βατραχάκι να γράφεις πάντα τόσο όμορφα. Κι εμείς θα είμαστε εδώ να διαβάζουμε!
Τα φιλιά μου!

patsiouri είπε...

Τέλος έ?.......

annamaria είπε...

Θα τις μετρά πάντα…
Θα τη θυμάται πάντα…
Θα την αγαπά πάντα…
Οπως και εσυ !!

anima rana είπε...

evita, σ'ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

patsiouri, .... θα δείξει!

anna maria, .... έτσι ακριβώς. Για πάντα!
Και με συγκινείς αφάνταστα που θυμάσαι και παλιότερα ποστ. φιλάκια πολλά πολλά πολλά.

anima rana είπε...

Aπλά να προσθέσω, για όποιον ενδιαφέρεται, ότι υπάρχει μια πολύ μικρή αλλαγή προς το τέλος του επεισοδίου, αμέσως πριν από το φινάλε. φιλιά

annamaria είπε...

Aπολογισμος ζωης.....

anima rana είπε...

..ακριβώς!

patsiouri είπε...

Μουγγαθήκαμε όλοι έ???

avissos είπε...

"Δεν με νοιάζει πια." πόσο εύκολο να το πει κανείς κ πόσο δύσκολο να το συνειδητοποιήσει!πολύ ωραίο post, με έβαλε σε σκέψεις.

anima rana είπε...

avissos, καλώς ήρθες στη λιμνούλα μου. Η ζωή είναι τόσο σύντομη και την αναλώνουμε σε πράγματα τα οποία κάποια στιγμή μοιάζουν τόσο ασήμαντα...

patsiouri...... απόλυτη σιγή.


...

....

patsiouri είπε...

Ναί, σσσ..., ούτε ο Κούρκουλος να ήταν τα διδυμάκια σου...

VITA MI BAROUAK είπε...

Που σι βατραχάκι?

anima rana είπε...

Ιρχομι ίρχομι, βίτ' μι! Καν' λιγ' υπουμνί βρι σύ!

Μαράκι είπε...

Πειράζει που δεν θέλω να αφήσω σχόλιο?

Νομίζω πως δεν χωράει, ο καθένας ένιωσε κάτι με αυτή την ιστορία.

annamaria είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
annamaria είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
anima rana είπε...

anna maria, σ'ευχαριστώ για τις οδηγίες. Θα προσπαθήσω και θα σου πω. Στο παλιό blog είχα email διεύθυνση. Στο νέο blog τώρα την έβαλα. Προσπάθησα να σβήσω το σχόλιό σου αλλά δεν ξέρω ακόμα αν τα κατάφερα.
....Σατανικά μηχανήματα!!!
φιλιά

Ασκαρδαμυκτί είπε...

Τώρα θα κάτσω να συρράψω τα 10 μέρη... θέλω να τα ξαναδιαβάσω όλα μαζί...

patsiouri είπε...

Χά, εσύ σωπαίνεις αλλά εγώ έχω νέα, κατάφερα επιτέλους να γράψω στο blog μου!! Δέν ήταν κατι σημαντικό αλλά επειδή σε μνημονεύω πέρνα να μου πείς γειά! ( και ελπίζω να καταφέρω να σου απαντήσω! )

anima rana είπε...

ασκαρδαμυκτί, λες λίγα και καλά.
Πολύ θα με συγκινήσεις αν το κάνεις αυτό.