24 Απριλίου 2007

ΒΑΛΙΑ - μέρος 6ο

«Η Μαρίνα με παράτησε για το Στέφανό σου. Με παράτησε για πάντα…. για πάντα…. για πάντα….»

Ξυπνούσα τη νύχτα από εφιάλτες απίστευτους! Είχα χάσει πια τον ύπνο μου και δεν είχα πια όρεξη ούτε για φαγητό, ούτε για δουλειά, ούτε για διασκέδαση.

Τα πρωινά πήγαινα στη δουλειά με κλειστό το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο. Στο γραφείο έπινα μόνο καφέ και δεν έτρωγα τίποτα. Στο σπίτι αντικαθιστούσα τον καφέ με τη βότκα-λεμόνι.

Κι έτσι, περνούσε ο καιρός….

Ο Στέφανος δεν απάντησε ποτέ πια στο τηλέφωνο. Το κινητό του ήταν μονίμως κλειστό ενώ μετά από λίγο καιρό πρέπει να άλλαξε και τον αριθμό του σταθερού του τηλεφώνου γιατί όταν τηλεφωνούσα το μόνο που άκουγα ήταν ένα αυτόματο μήνυμα ότι ο αριθμός που καλώ δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή.

Ο Βασίλης το είχε πάρει πολύ πιο ψύχραιμα από εμένα και μου είχε κάνει εντύπωση. Την πρώτη εβδομάδα ήταν αμίλητος και σπανίως μου μιλούσε ή με κοιτούσε στα μάτια. Τη δεύτερη εβδομάδα όμως άρχισε να ανεβαίνει ψυχολογικά και κάθε μέρα που περνούσε ήταν όλο και καλύτερα.

Έξι μήνες μετά, ο Βασιλάκης είχε γίνει όπως πριν. Λες και η αποχώρηση της Μαρίνας του είχε κάνει καλό τελικά.

Δυστυχώς τα πράγματα δεν ήταν το ίδιο καλά και για μένα.

Έξι μήνες μετά, εγώ συνέχιζα να πηγαίνω στη δουλειά με κλειστό το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο, να πίνω σκέτο καφέ, να μην τρώω σχεδόν τίποτα και στο σπίτι να τσιμπάω λίγο και να πνίγω την στεναχώρια μου στη βότκα.

Μία Παρασκευή απόγευμα μετά τη δουλειά ο Βασίλης μου ζήτησε να μιλήσουμε.

«Τι θα γίνει Βάλια? Θα είσαι για πολύ καιρό έτσι?»

«Γιατί, ενοχλώ κανέναν? Την δουλειά μου δεν την κάνω σωστά? Τι πρόβλημα υπάρχει?»

«Κανένα πρόβλημα στη δουλειά, αλλά μου λείπει το φιλαράκι μου. Θες να πάμε για φαγητό το βράδυ να ξεχαστούμε?»

Είχα να βγω έξω από εκείνη τη φορά που είχαμε βγει οι τέσσερίς μας. Σάστισα για λίγο, δίστασα να απαντήσω, αλλά κοιτώντας το πλατύ χαμόγελό του χαμογέλασα κι εγώ ελαφρά και δέχτηκα.

Μετά τη δουλειά πήγαμε σε ένα μικρό αλλά ζεστό ταβερνάκι για φαγητό. Ήταν πολύ ωραία και πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό ένιωσα πιο ήρεμη και πιο χαλαρή.

Ο Βασίλης είχε αυτό το χάρισμα. Να κάνει μια γυναίκα να μην νιώθει ότι πολιορκείται από κάποιον αδίστακτο κατακτητή άντρα. Όταν ήμουν μαζί του ένιωθα σαν να ήμουν με τον μεγάλο μου αδελφό. Πολλές φορές είχα σκεφτεί ότι αν είχα αδερφό, θα ήταν κάποιος σαν τον Βασίλη.

Πέρασα όμορφα.

Την επόμενη Παρασκευή μού πρότεινε να πάμε πάλι για φαγητό μετά τη δουλειά. Και είπα ναι.

Την μεθεπόμενη μού είπε να πάμε σινεμά και μετά για φαγητό. Και πάλι είπα ναι.

Δύο μήνες γινόταν αυτή η ιστορία. Κάθε Παρασκευή βγαίναμε για φαγητό, σινεμά, θέατρο ή απλώς για μια έκθεση βιβλίου ας πούμε.

Μια Παρασκευή βγήκαμε για ποτό.

Την άλλη μέρα ξύπνησα κοιτώντας γύρω μου σαν χαμένη. Μια σωμόν κουρτίνα ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκρισα. Δύο γκραβουρίτσες στον λευκό τοίχο… ένα χαριτωμένο πορτατίφ… λευκά σεντόνια με πορτοκαλί ρίγες… ο Βασίλης ξαπλωμένος δίπλα μου να κοιμάται…

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΑΠΛΩΜΕΝΟΣ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ ΝΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ?????

Πετάχτηκα σαν την τρελλή! Πετάχτηκε κι αυτός πανικόβλητος στον ύπνο του.

Ε ναι, ήταν πλέον γεγονός. Πιο χάλια δεν μπορούσα να τα κάνω. Είχα κάνει αυτό που δεν έπρεπε να κάνω. Κοιμήθηκα με τον προϊστάμενό μου.

Ένιωσα απαίσια, δεν ήξερα πού να κρυφτώ. Είχα ντραπεί τόσο πολύ.

Αυτός ήταν αμίλητος και ξαφνιασμένος.

«Έγινε αυτό που νομίζω ότι έγινε?» με ρώτησε

«Μάλλον. Σάμπως θυμάμαι?» απάντησα εγώ

Σηκώθηκε πρώτος και μπήκε στο μπάνιο να κάνει ένα ντους. Αφού τελείωσε μπήκα κι εγώ.

Φάγαμε μαζί πρωινό. Το σπίτι του ήταν πολύ περιποιημένο. Σίγουρα πρέπει να μπαινόβγαινε κάποια γυναίκα εκεί μέσα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω αλλιώς τόσο γούστο…

Αφού τελειώσαμε το πρωινό μας, με κοίταξε πολύ σοβαρά, πήρε μια βαθιά ανάσα και μου είπε:

«Βάλια, εδώ και καιρό θέλω να σου πω κάτι. Και μάλλον ήρθε η ώρα. Ξέρεις ότι τόσα χρόνια είμαστε φίλοι, αλλά και συνεργάτες. Περάσαμε δύσκολες στιγμές, αλλά και όμορφες. Πάντα ήμουν κατά του γάμου, το ξέρω. Κι είχα σκοπό να συνεχίσω να είμαι. Όταν πέθανε η Λία, η μητέρα μου κατέρρευσε. Η Λία ήταν τελείως διαφορετική από εμένα, το ξέρεις, στα είχα πει και τότε. Ενώ εγώ… Εγώ έχω κάνει πολλά στη ζωή μου. Μη με βλέπεις έτσι σοβαρό και τυπικό. Έκανα πολλά. Ό,τι κι αν έκανα όμως, δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που κατάλαβα όταν χάσαμε τη Λία. Ότι ένα παιδί είναι αναντικατάστατο για έναν γονιό. Δεν θέλω μόνο μια σχέση και μια τρέλλα. Θέλω οικογένεια.

Γι’αυτό… Βάλια…. Θέλεις να παντρευτούμε??»

Έμεινα άφωνη! Το πρώτο που μου ‘ρθε στο μυαλό το ξεστόμισα. «Συγνώμη, γιατί δεν παντρευόσουν τη Μαρίνα τότε και την είχες τόσα χρόνια αστεφάνωτη?»

«Δεν θέλω να το συζητήσω. Το μόνο που έχω να σου πω είναι ότι εκείνη δεν ήθελε. Είτε το πιστεύεις, είτε όχι. Δεν ήθελε και με την πρώτη ευκαιρία έφυγε.»

Στάθηκα για λίγο αμίλητη και αναλογίστηκα πώς ήταν η ζωή μου μέχρι εκείνη τη στιγμή. Είχα παντρευτεί πριν πολλά χρόνια έναν όμορφο άντρα, μα πολύ γυναικά, που δεν δίστασε να πηδήξει την υποτιθέμενα καλύτερή μου φίλη και μάλιστα μες το σπίτι μας και να τους πιάσω και στα πράσα.

Μετά, πέρασα μια φάση κατάθλιψης, για να πέσω τελικά στην αγκαλιά του «μίστερ τέλειου» να ξετρελλαθώ με τις απολαυστικές στιγμές ηδονής, ρομαντισμού και συναισθήματος που μου προσέφερε.

Μέχρι που κι αυτός, όπως όλοι, μόλις βρήκε μια άλλη που πρόθυμα θα άνοιγε τα σκέλια της και θα του προσέφερε στο πιάτο μια νέα και λαχταριστή σαρκική εμπειρία, με παράτησε.

Καθήκια!

Στεκόμουν μπροστά σε έναν άνθρωπο που όλοι θα αποκαλούσαν «καλό παιδί». Με καλούς τρόπους, με ευαισθησίες και έξυπνο. Δεν ήταν αυτός που θα παρακαλούσα κάθε βράδυ να τρώει λαίμαργα το κορμί μου, αλλά ήταν αυτός που θα μπορούσα να εμπιστευτώ.

Και παντρευτήκαμε!

…………..


- «Ναι μητέρα. Ο,τι πείτε. Θα το κανονίσω εγώ, μην σας απασχολεί καθόλου»

-…..

- «Μα ναι. Ασφαλώς και θα κανονίσουμε με τον δικό σας γιατρό, μην ανησυχείτε. Ε… μητέρα, σας αφήνω τώρα γιατί μου χτυπάνε το κουδούνι. Αντίο»

κλάτς!

«Αι στο διάολο, μητέρα!» μονολόγησα.

Η μάνα του Βασίλη ήταν κάτι παραπάνω από φορτική. Μου είχε σπάσει τα νεύρα. Όλο υποδείξεις, όλο παρατηρήσεις και όλο σχόλια ήταν. Της την είχε δώσει πολύ στα νεύρα που για μένα ήταν δεύτερος γάμος ενώ για το βλαστάρι της ήταν ο πρώτος. Είχε την απαίτηση να την αποκαλώ «μητέρα», πράγμα που φυσικά εγώ σπανίως έκανα, κι όταν το έκανα, είχα πάντα ειρωνικό ύφος. Όχι μόνο επειδή δεν το ένιωθα, αλλά επειδή ήθελα και να της την σπάσω με το ύφος μου!

Ήμασταν παντρεμένοι ήδη ενάμιση χρόνο. Στη δουλειά είχα πάρει μετάθεση σε κάποιο άλλο τμήμα, γιατί δεν επιτρεπόταν να δουλεύουν συγγενείς στον ίδιο χώρο.

Δεν μου άρεσε πολύ η δουλειά που έκανα. Ήταν βαρετή και δίχως το ενδιαφέρον που είχε η προηγούμενη θέση μου, αλλά επέλεξα να είμαι εγώ αυτή που θα φύγει, για να ευχαριστήσω τον Βασίλη.

Ενάμιση χρόνο μετά, ο γάμος μας είχε ήδη γίνει μια ρουτίνα. Το πρωί πηγαίναμε μαζί στη δουλειά. Εγώ τελείωνα πάντα πρώτη, γύριζα σπίτι και μαγείρευα και μετά από κανένα δίωρο γύριζε κι ο Βασίλης κουρασμένος. Τρώγαμε, αυτός ξάπλωνε λίγο, εγώ έκανα δουλειές στο σπίτι και όταν ξυπνούσε πίναμε καφέ.

Το βράδυ τρώγαμε στις 9 και μετά βλέπαμε λίγο τηλεόραση. Στις 11 το πολύ έπρεπε να πέσουμε για ύπνο και ούτε συζήτηση για λίγο ποτό. Είχαμε μόνο ένα μπουκάλι ουίσκι και μερικά μπουκάλια κρασί. Το κρασί ήταν το μόνο που μου «επιτρεπόταν» να πιω. Η βότκα δεν έμπαινε στο σπίτι μας. Βλέπετε η … «μητέρα» ισχυριζόταν ότι το ποτό ήταν ο λόγος που εγώ δεν καταφέρνω να τους κάνω ένα εγγόνι και κάθε τρεις και λίγο μού έδινε τηλέφωνα ειδικών γιατρών για να λύσω το πρόβλημά μου. Γιατί βέβαια, εγώ αποκλειστικά έφταιγα. Όχι το γεγονός ότι για να κάνουμε έρωτα με το γιο της έπρεπε να κλείσω ραντεβού δυο βδομάδες νωρίτερα… Κι όποτε κάναμε, ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο και σύντομο.

Κάθε Πέμπτη ο Βασίλης πήγαινε στις συναντήσεις κάποιας συμβουλευτικής ομάδας. Από τότε που είχε πεθάνει η αδερφή του, είχε ξεκινήσει τις συνεδρίες, αλλά τώρα πια, ήταν αυτός που συμβούλευε τους άλλους πώς να παλέψουν με την κατάθλιψη.

Τις Πέμπτες εγώ πήγαινα στο γυμναστήριο για να βγάλω όλη την αρνητική ενέργεια που με κυρίευε. Ένιωθα πνιγμένη, σκασμένη και μίζερη.

Μια Πέμπτη λοιπόν, μια κοπέλα που είχα γνωρίσει στο γυμναστήριο, η Μαρία, μου πρότεινε να πάμε για καφέ στην περιοχή της. Εκείνη έμενε μακριά από εμένα, αλλά η δουλειά της ήταν δίπλα στο γυμναστήριο, γι’ αυτό τη βόλευε. Με πήρε με το αυτοκίνητό της και πήγαμε για καφέ σε μια ωραία καφετέρια κοντά στο δικό της σπίτι.

Αρχίσαμε το κουτσομπολιό και η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε. Ήμουν ασυνόδευτη, οπότε μπορούσα να πιω και καμιά βοτκίτσα. Ήπια δύο και όταν είδα τι ώρα ήταν, της είπα ότι έπρεπε να φύγω. Πλήρωσα τον καφέ της και τα ποτά μου και φύγαμε.

«Μαρία, σ’ευχαριστώ πολύ. Πέρασα πολύ ωραία. Ξεχάστηκα λίγο και χαλάρωσα!»

«Αχ, κι εγώ πέρασα πολύ ωραία Βάλια. Να το ξανακάνουμε. Ελα τώρα να σε πάω μέχρι κάποιο σημείο με το αυτοκίνητο»

«Όχι, όχι, δεν χρειάζεται. Θέλω να περπατήσω λίγο. Να, θα περπατήσω μέχρι τη στάση του μετρό. Δεν είναι μακριά. Καληνύχτα και πάλι σ’ευχαριστώ»

Και τότε η μίζερη και βαρετή ζωή μου, αποφάσισε πάλι να αλλάξει.

Περπατούσα αργά και χαλαρά, ζαλισμένη λίγο από τις δύο βότκες – μιας που πλέον τις είχα ξεσυνηθίσει. Καθώς πλησίαζα στην στάση ο κόσμος πλήθαινε. Περπατούσαν όλοι βιαστικά στον κεντρικό αυτό δρόμο. Μέσα στο χαλαρό μου μυαλό μπορούσα να ακούσω τις ομιλίες τους, διάφορες λέξεις διάσπαρτες που όλες μαζί δεν έβγαζαν νόημα, αλλά για τον κάθε έναν άνθρωπο ξεχωριστά ήταν μια σκέψη, μια συζήτηση, μια ευχή… Αχ! Μέσα σ’όλες αυτές τις ανάκατες λέξεις, μέσα στο πλήθος μού φάνηκε ότι άκουσα και το όνομά μου. Τι παράξενο τελικά. Μέσα στην οχλαγωγία να νιώθεις ότι κάποιος σε φωνάζει. Βάλια… Βάλια… Βάλια…

«Βάλιααα!»

Γύρισα απότομα και τρομαγμένη. Μια φιγούρα ερχόταν τρέχοντας από μακριά σαν κυνηγημένη. Περνούσε ανάμεσα στο πλήθος, έσπρωχνε, σκόνταφτε, μα συνέχιζε να τρέχει προς το μέρος μου.

«ΒΑΛΙΑΑΑ!!!!»

Προσπαθούσα να καταλάβω ποιος ήταν. Είχε αρχίσει να νυχτώνει και δεν έβλεπα πολύ καθαρά.

«Σταμάταααα! Περίμενε, Βάλιααα!»

Η φιγούρα άρχισε να πλησιάζει αρκετά κι εγώ είχα σταματήσει στη μέση του δρόμου και περίμενα κοιτώντας με απορία…

Μαρμάρωσα. Πάγωσα. Κέρωσα.

Ήταν αυτός! Ήταν ο Στέφανος! Ο Στέφανος κατακόκκινος, ιδρωμένος, με βλέμμα γεμάτο απελπισία και, πάνω απ’ όλα, βουρκωμένος!

Σταμάτησε λαχανιασμένος μπροστά μου.

«Βάλια μου, αγάπη μου, σε βρήκα!»




(συνεχίζεται….)

4 σχόλια:

patsiouri είπε...

Όχι ρε γαμώτο....βατραχάκι επαναλαμβάνω, μή μας ξεχάσεις, φτού στο καλύτερο!!!!

Το "αει γαμήσου" που φαντάζομαι θα απάντησε η συντρόφισσα Βάλια τουλάχιστον δέν προλάβαινες να το γράψεις?????

Μαράκι είπε...

Ε οχι πάλι δεν το άντέχω πάνω που νόμιζα θα τελειώσει με τη Βάλια συμβιβασμένη στην ήσυχη ζωή της...

Μήπως εκανε καμιά μαμουνιά ο Βασίλης για να τους βγάλει απο τη μέση?

Βρε μπας και έπαθε κανα ατύχημα ο Στέφανος και είχε αμνησία??

Τι να πώ δεν ξέρω πια!!!

anima rana είπε...

... αχ, θα δείτε, θα δείτε! Δεν λέω τίποτα ακόμα.

spaigeck είπε...

βατραχάκι είσαι απαράδεκτο!!!! τώρα θα μας αφήσεις στο περίμενε και μετά θα μας λες για το ταξίδι του μέλιτος και πάει η Βάλια....
μας βάζεις σε δίλημμα : θα γυρίσει στα σίγουρα ή θα τολμήσει να πάει με τον Κο "too good to be true" και θα της κάνει πάλι τα ίδια??? μήπως η άλλη του είχε κάνει μάγια??? μήπως ο Βασιλάκης είχε ήδη χωρίσει με την Μαρίνα όταν βγήκανε εκείνο το ιστορικό βράδυ και επίτηδες έβαλε την Μαρίνα να κολλήσει στον Στέφανο για να κερδίσει αυτός την Βάλια?????
ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ ΘΑ ΤΡΕΛΛΑΘΩ!!! ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΤΙ ΣΕΝΑΡΙΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ!!!!!!!!!!!!!!!
come back soon
φιλάκια....