7.27.2007

AMAZING!

Χάθηκα, το ξέρω.

Ξημεροβραδιάζομαι στο κοτέτσι και δεν με παίρνει να χαζολογάω στο internet. Θα μου κόψουν τα βατραχοπόδαρά μου και θα τα μαγειρέψουν!

Δεν μπορούσα άλλο όμως να αντέξω και να μην σας μιλήσω για ένα γεγονός που με ανέβασε πολύ αυτές τις μέρες.

Συγκεκριμένα την Πέμπτη ήταν η πρώτη φορά που έφυγα πρίν νυχτώσει. Είχα λόγο. Ξεκαθάρισα ότι δεν υπάρχει περίπτωση για κανενός χατήρι ("Δεν πα'να χαθούν όλα τα χρυσά αυγά? Ποιός δίνει δεκάρα? Εχω σημαντική υποχρέωση σήμερα")

Κι έφυγα στις 6μμ. Για να πάω σπίτι, να αλλάξω, να ανανεωθώ και να πάω να τον δω!

Ναι, ήθελα σαν τρελλή να τον δω. Ερχόταν για δεύτερη φορά στην πόλη μου, αλλά την πρώτη δεν το έμαθε κανείς. Αυτή τη φορά το είπε. Και δώσαμε ραντεβού.

Είναι 44 χρονών, μελαχροινός, ανύπαντρος και πολύ πλούσιος. Στη δουλειά του είναι από τους καλύτερους και γι'αυτό και το γερό κομπόδεμα. Βέβαια, έχει ιδιαίτερα γούστα στο κρεββάτι, αλλά εγώ δεν την πάτησα όπως η "Βάλια". Το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή, δεν πάει με γυναίκες, ή μάλλον πάει ΚΑΙ με γυναίκες όταν ψιλοβαριέται και θέλει κάτι να κάνει για να περάσει λίγο η ώρα...

Δεν με νοιάζει όμως. Δεν τον ερωτεύτηκα αυτόν ποτέ. Ερωτεύτηκα τη φωνή του..... Από μικρή ονειρευόμουν τη χτεσινή ημέρα.

Και, ναι, έγινε πραγματίκότητα!

Ladies and Gentlemen......

Χτες πήγα στη συναυλία του George Michael!!!

Δεν έχω λόγια να σας περιγράψω. Ενα ποστ δεν είναι αρκετό. Είναι απίστευτος. Δεν περιμένεις τέτοιο show από αυτόν.

Είναι πραγμάτικά Amazing! Είναι Absolutely Flawless! Ειναι πολύ σέξυ, είναι ειλικρινής, είναι αληθινός.

Μας μίλησε Ελληνικά! "Σας ευχαριστώ πολύ για τα 25 αυτά χρόνια" είπε. Και μετά "OK, that's all the Greek you're going to be hearing from me tonight!"


Εμεινε άφωνος από την υποδοχή μας. Συγκινήθηκε όταν 50.000 κόσμος φώναζαν ταυτόχρονα:

"ΓΙΩΡΓΟ! ΓΙΩΡΓΟ! ΓΙΩΡΓΟ! ΓΙΩΡΓΟ!"

Μας είπε "it's the first time of my entire life, that I finally hear during a concert, my name correctly pronounced!"

Κι ένα ΟΑΚΑ να χορεύει ολόκληρο!!!

Γιγαντο-οθόνες με ότι μπορείτε να φανταστείτε.

Κόκκινο ουρανό και θλιμμένη θάλλασα στο "Praying for Time"

Πτήση με ελικόπτερο στο "Outside"

Στο "Shoot the dog" είδαμε καρικατούρα του Τζωρτζ Μπους να χορεύει ταγκο με Τόνυ Μπλερ και ο τελευταίος να φοράει φουστάνια! Και επίσης ολοκληρος Καρνάβαλος (κυριολεκτικά) Τζωρτζ Μπους έσκασε στη σκηνή, να σέρνει καρνάβαλο-σκύλο που φοράει για ρουχο την Αγγλική σημαία!

Μας είπε ότι ήρθε με τους γονείς του, ήταν συγκινημένος, ήταν γνήσιος!

Τραγουδήσαμε μαζί του το "The edge of heaven" στην κυριολεξία

Χορέψαμε ξέφρενα με το "Flawless - You got to go to the city", το "Everything she wants" και το "Star People"

Σύσσωμο το ΟΑΚΑ φώναζε "FREEDOM!" στο ρεφραιν του τραγουδιού (με το οποίο έκλεισε η συναυλία)

Φίλοι μου από το Νέο Ηράκλειο, βρέθηκαν στην περιοχή του ΟΑΚΑ και μου είπαν ότι το "FREEDOM" του κόσμου ακούστηκε πολύ μακριά.

Και την ώρα του "FREEDOM", άλλος ένας καρνάβαλος στη σκηνή:

το άγαλμα της ελευθερίας.

Κι εκείνος, να κρατάει την Ελληνική σημαία.

'Εζησα απίστευτες στιγμές χτες. Ακόμα και η κοσμοφοβική αρκουδίτσα που ήρθε μαζί μου, το καταφχαριστήθηκε και χοροπήδαγε χειροκροτώντας.

Ένας άνθρωπος, ένωσε 50.000 σε μία φωνή.

Γιώργο, σε ευχαριστώ που μ'έκανες να ζήσω κάτι που θα το θυμάμαι μέχρι το τέλος της ζωής μου.

Και ξέρω, ότι κι εσύ αυτό το τόσο δυνατό και παθιασμένο "ΓΙΩΡΓΟ! ΓΙΩΡΓΟ!" θα το θυμάσαι για πάντα.....

7.11.2007

Δεν είμαι χαζή, παριστάνω τη χαζη!

Είναι γεγονός ότι από μικρός γυρίνος, ήμουν ήσυχο πλάσμα.

Δεν ήμουν ποτέ το εκνευριστικό μωρό που κάθε μισή ώρα ουρλιάζει ασταμάτητα και αδυσώπητα στο κλάμμα και σου’ρχεται να το πνίξεις και σκέφτεσαι “I created a monster!!!!”.

Δεν ήμουν ποτέ το ζωηρό νήπιο που όλα τα πιάνει, όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει, όλα τα σπάει, όλα τα λερώνει, όλα τα αλλάζει θέση και οι υπόλοιποι τρέχουν σαν βλάκες από πίσω του σκεπτόμενοι «Τι σκατόπαιδο Χριστέ μου!».

Δεν ήμουν ποτέ το παιδάκι που όταν το παίρνουν οι γονείς μαζί τους σε κοινωνική επίσκεψη, φεύγουν στο πρώτο μισάωρο γιατί το κακομαθημένο, το σκασμένο το κωλόπαιδό τους αναστάτωσε τους πάντες, έσπασε δυο βάζα, ανέβηκε με βρώμικα παπούτσια στον καναπέ, τράβηξε την ουρά του σκύλου και έκανε εμετό στην αγκαλιά της οικοδέσποινας, οπότε όλοι οι καλεσμένοι σκέφτονται «Αμάν πια αυτά τα κακομαθημένα! Ενα χεράκι ξύλο δεν μπορούν να τους ρίξουν αυτοί οι γονείς τους?».

Δεν ήμουν ποτέ η έφηβος που αντί να στρώσει τον κώλο της κάτω να διαβάσει, αντέγραφε στα διαγωνίσματα, έκανε κοπάνες κι έπαιρνε κακούς βαθμούς, για να σκέφτονται οι γονείς κι οι καθηγητές «Τς – τς – τς, ποιός ξέρει τι θα απογίνει όταν τελειώσει το σχολείο».

Δεν ήμουν ποτέ η φίλη χωρίς αισθήματα, που το μόνο που σκέφτεται είναι να σου κλέψει τον γκόμενο για να αποδείξει στον εαυτό της ότι είναι καλύτερη από σένα και που φροντίζει πάντα πίσω από την πλάτη σου να σε κατηγορεί, ώστε στο τέλος να σκεφτείς «Τι φίδι έτρεφα στον κόρφο μου....».

Δεν ήμουν ποτέ η εύκολη γκόμενα, το πήδημα μιας βραδιάς, η ξεπέτα, αυτή που εύκολα την κοροϊδεύεις, ούτε αυτή που μπορούσε να κερατώνει το αγόρι της χωρίς κανένα πρόβλημα, ώστε να σκεφτεί κανείς γι’αυτήν «Καλό πουτανάκι κι αυτό».

Δεν ήμουν ποτέ η υπάλληλος, που α) βαριέται να δουλέψει β) θεωρεί υποτιμητικό να στείλει φαξ και να βγάλει φωτοτυπίες γ) φοβάται να ασχοληθεί με κάτι περίπλοκο δ) το παίζει «γαμάω και δέρνω» ε) δηλώνει συχνά «εγώ είμαι η αρχαιότερη εδώ μέσα» (ακόμα κι αν αυτό είναι αλήθεια) στ) είναι αγενής και ανάγωγη, ώστε οι συνάδελφοι να την κοιτάζουν και να σκέφτονται «Αυτή ή έχει μπάρμπα στην Κορώνη ή πηδιέται με τον Πρόεδρο!»

Δεν ήμουν ποτέ κορίτσι χωρίς αισθήματα, που βλέπει ένα κουτάβι ή ένα μωρό ή έναν ηλκιωμένο να υποφέρει και μένει ανέκφραστη και αμέτοχη. Που μπορεί να ενδιαφέρεται μόνο για την δική της καλοπέραση και η δυστυχία των άλλων την αφήνει παγερά αδιάφορη, ώστε όλοι να σκέφτονται "Τι παρτάκιας!"

Δεν ήμουν ποτέ ο άνθρωπος που μπορεί να κοιτάει τον ουρανό και να μην νιώθει δέος που είχε την τύχη να βρίσκεται πάνω σ’έναν φωτεινό πλανήτη, στη μέση του σκοτεινού χάους, ζωντανός και να μην βουρκώνει γι’αυτό. Που να μπορεί να σκεφτεί για μένα ο Θεός «Χμ! Αυτόν τον άνθρωπο για ποιόν ακριβώς λόγο τον έφερα στον κόσμο? Περιττός μου φαίνεται....»

.........

Αφού λοιπόν δεν υπήρξα ποτέ τίποτα από τα παραπάνω, γιατί δεν απέκτησα ποτέ αδερφάκι?

Και γιατί αντί να ακούω «μπράβο» για το 18άρι, άκουγα «γιατί δεν έγραψες 20 ???».

Και γιατί αντί να έχω δίπλα μου πολλές αδερφικές φίλες, κατέληξα να έχω μία που ζει στο εξωτερικό εδώ και δώδεκα χρόνια, μία που ψάχνεται να φύγει και μία που κάποτε ήταν φίλη μου, μέχρι που πηδήχτηκε με τον πρώην μου???

Και γιατί να έχω φάει το δούλεμα της αρκούδας από γκόμενους (οι οποίοι ήταν - εκτός από μαλάκες - και ελάχιστοι!) μέχρι να βρω επιτέλους τον έναν και μοναδικό???

Και γιατί να έχω προϊσταμένους που κάνουν ό,τι μπορούν για να μου δείξουν ότι δεν αξίζω, αλλά μόλις τελικά αποχωρώ, συνειδητοποιούν πόσο πολύτιμη ήμουν? Γιατί να έχω συναδέλφους που έκαναν ένα χρόνο να μου μιλήσουν όταν πήρα προαγωγή, μα τώρα που άλλαξα κοτέτσι, τους έχει λείψει η βοήθειά μου??

Και γιατί να πρέπει να συναναστρέφομαι με ανθρώπους που π.χ. τους αρέσει να πηγαίνουν για μπάνιο στη θάλασσα έχοντας ξεχάσει δήθεν τάχα μου ότι είμαι κι εγώ εκεί κοντά (όσοι διαβάζουν τα ποστάκια μου από πέρσι το Καλοκαίρι, θα θυμούνται), που τους αρέσει να μου συμπεριφέρονται λες και είμαι δέκα χρόνια μικρότερή τους (ενώ είμαι αρκετά χρόνια μεγαλύτερή τους), που τους αρέσει να μου δίνουν εντολές ενώ εγώ ποτέ δεν τους έχω υποδείξει το παραμικρό, που χαίρονται γενικώς να με κάνουν να νιώθω άσχημα ???

Δεν ζήλεψα ποτέ κανέναν. Γιατί να με ζηλεύουν?? Εμένα?? Τι έχω εγώ που δεν έχουν αυτοί??

Και γιατί τελικά ο... Θεός, που με κοιτούσε μέσα από το σκοτεινό χάος, με άφησε ένα μεσημέρι να κοιτάω σαν μαλάκας τα αποτελέσματα κάποιων ιατρικών εξετάσεων και, κάποια χρόνια μετά, μου πήρε και τον γονιό που ποτέ δεν είχε παράπονα από εμένα???

Ποτέ δεν έβλαψα, ούτε ζωάκι, ούτε λουλούδι, ούτε άνθρωπο. Γιατί ο άνθρωπος να καίει, να σκοτώνει, να καταστρέφει ό,τι αγαπώ???

Ποτέ δεν έκανα την έξυπνη σε κανέναν και καμία. Γιατί οι άλλοι να μου κάνουν τους έξυπνους??

Κι έτσι, τώρα εγώ σκέφτομαι "Πώς θα μπορέσω να δώσω σε μερικά άτομα να καταλάβουν ότι ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΧΑΖΗ, ΠΑΡΙΣΤΑΝΩ ΤΗ ΧΑΖΗ ???"

6.29.2007

Φεύγω!

Μετά το Μαράκι, που ετοίμασε βαλίτσα και την κάνει από τη μεγάλη φτωχομάνα, για να κατέβει στην πρωτεύουσα, και τον Ασκαρδαμυκτί που έβαλε ράσα και κλείστηκε στο Αγιον Όρος, είπα κι εγώ να παρατήσω για λίγες μέρες τα χρυσά μου αυγουλάκια και να την κάνω.

Για μια βδομάδα δεν θα βλέπω ούτε αυγά, ούτε γύπες, ούτε κότες, ούτε πούπουλα ούτε τίποτα!

Θα βλέπω μόνο λευκές πεταλουδίτσες, λουλουδάκια, γλαράκια και ψαράκια! Αφήνω για λίγο τη λιμνούλα μου για να πάω σε μια άλλη, τεράστια λίμνη η οποία έχει και αλμυρή γεύση!

Θα μείνω εκεί μαζί με τον πάπιο και τον σκύλο και για μια εβδομάδα θα ξεκουραστεί το κοκκαλάκι μας.

Σίγουρα θα έχω επικοινωνία και με το κοτέτσι, αλλά δεν βαριέσαι, άλλο να περνάω όλη τη μέρα τετ-α-τετ με το διαβολομηχάνημα το pc, κι άλλο τετ-α-τετ με τον καλό μου!

Δεν θα έχω καμία επαφή με το blog μου, οπότε σας δίνω ραντεβού για μετά τις 10 Ιουλίου και εύχομαι όλοι σας να είστε φρόνιμοι όσo λείπω και να μην κάνετε αταξίες και αλητείες.

Σας φιλώ και σας στέλνω τρία ΚΟΥΑΞ!!!

Με αγάπη,

anima rana

6.24.2007

Μικρές, λευκές πεταλουδίτσες

Στην απέραντη ησυχία του χαμένου στο κενό μυαλού μου, ένας δυνατός ήχος διέκοψε τα πάντα.

Πετάχτηκα και κοίταξα με μίσος το κομοδίνο μου. Ήταν το ξυπνητήρι. Ξεφύσηξα και το’κλεισα. Έπρεπε να σηκωθώ και ειδικά εκείνο το πρωί, δεν είχα καμμία όρεξη.

Σύρθηκα κυριολεκτικά από το κρεββάτι μου και ακολούθησα τη συνηθισμένη πρωινή διαδικασία, αλλά εκείνη την ημέρα όλα έμοιαζαν λίγο διαφορετικά, λίγο πιο σιωπηλά, λίγο πιο λυπημένα...

Ήμουν ήδη ντυμένη και έτοιμη να κατέβω.

Όπως πάντα, έριξα μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Ναι, όντως ήμουν λίγο διαφορετική, πιο σιωπηλή, πιο λυπημένη. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ημέρες, τα ρούχα μου ήταν πιο λιτά και χωρίς χρώματα. Μόνο λευκό και μαύρο. Το μακιγιάζ απλό και φυσικό. Κι η έκφρασή μου σοβαρή.

Αναστέναξα, έβαλα τα γυαλιά ηλίου μου και βγήκα από το σπίτι.

Στη διαδρομή για τη δουλειά τον σκεφτόμουν έντονα. Είχα τόσο καιρό να τον δω. Πάντα όμως νιώθαμε το ίδιο αδερφικοί φίλοι, όπως τότε, στο σχολείο...
Το σχολείο τέλειωσε κι εμείς, συνεχίσαμε να είμαστε αγαπημένοι, αλλά από απόσταση πια.

Είναι απίστευτο πόσο με πληγώνει όποτε συνειδητοποιώ ότι, ενώ μέναμε τόσο κοντά, επικοινωνούσαμε όλα αυτά τα χρόνια μόνο μέσω sms και email.

Μλεγμένοι με τις δήθεν σπουδαίες δουλειές μας και την αξιόλογη καριέρα μας, δεν βλεπόμασταν πια. Την τελευταία φορά που είχαμε επικοινωνήσει, ήταν όταν μου είπε ότι δεν θα μπορέσει να έρθει στο γάμο μου, λόγω σοβαρού οικογενειακού θέματος. Του είχα πει ότι είμαι δίπλα του κι αν χρειαστεί οτιδήποτε, να μη διστάσει να με αναζητήσει.

«Πόσο πολύ τον νιώθω», σκέφτηκα. Μόλις την προηγούμενη μέρα μού είχε ανακοινώσει ότι έχασε τη μητέρα του. Ενώ κολυμπούσα ανάμεσα σε έγγραφα, ανακοινώσεις, emails και τηλεφωνήματα, ο χαρακτηριστικός ήχος του κινητού μου τηλεφώνου ακούστηκε. Είχα sms. «Αργότερα.» σκέφτηκα. «Τώρα πνίγομαι.» Κανένα εικοσάλεπτο αργότερα, θυμήθηκα ότι κάποιος μού είχε στείλει ένα μήνυμα. Το διάβασα. Έμεινα αμίλητη. Σίγησαν όλα γύρω μου. Τα «τακ-τακ» του πληκτρολογίου, τα «τιρ-τιρ-τιρ» του τηλεφώνου, τα «ντλινγκ» του email, τα «χρατς-χρουτς» της αρχειοθέτησης. Όλα σώπασαν, όλα σταμάτησαν, όλα πάγωσαν.

«Τι έπαθες??» άκουσα τη φωνή της προϊσταμένης μου να μου λέει. Την κοίταζα χωρίς να της μιλάω. Μία εκείνη και μία το κινητό μου. «Τι συμβαίνει Αnima? Ανησυχώ!» είπε και σηκώθηκε από το γραφείο της. Την είχα τρομάξει με την έκφραση του προσώπου μου.

Της εξήγησα τι είχε συμβεί κι ότι την επόμενη ημέρα ήταν η κηδεία. Η επόμενη μέρα ήταν μια τρελλή μέρα στο κοτέτσι. Επισκέπτες, meetings, projects κι άλλες ... σιχαμένες λέξεις. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρω να λείψω, ούτε δεκάλεπτο.

Εκείνη, με κοίταξε σοβαρά στα μάτια. Και μου’πε τι θα κάνουμε.

.....

Έτσι, είχε ξημερώσει η επόμενη μέρα. Η μέρα που για πρώτη φορά στα .. χιλιάδες χρόνια που εργάζομαι στο κοτέτσι (είμαι ένας αιωνόβιος αμφίβιος βάτραχος που δουλεύω σ’ένα κοτέτσι με χρυσά αυγά και μην αρχίσετε τις αδιάκριτες ερωτήσεις!) θα έφευγα μόνο για μία ώρα , σε μια τόσο δύσκολη μέρα και ενημερώνοντας αποκλειστικά και μόνο την προϊσταμένη μου!

Ήταν μια πρόκληση.

Την ώρα ενός δίωρου meeting, εγώ θα εξαφανιζόμουν για μία ώρα. Τελειώνοντας οι γύπες θα έπρεπε να βρουν το βατράχι στη θέση του, αλλιώς.....

Το meeting άρχισε. Μισή ώρα αργότερα ήμουν μέσα σ’ένα ταξί, στην κίνηση, στη ζέστη, να προσπαθώ να φτάσω στον προορισμό μου μέσα σε δέκα λεπτά. Τελικά έφτασα σε είκοσι.

Είχα αργήσει! Ισως να μην προλάβαινα την τελετή. Περνώντας ην καγκελόπορτα του νεκροταφείου σκέφτηκα «Τώρα και η δική του μανούλα θα είναι εδώ...» και κατέβασα το κεφάλι.

Πήρα δύο λουλουδάκια κι έτρεξα στην εκκλησία. Δεν ήταν κανείς εκεί!!!!

«Ανεβείτε την ανηφόρα. Θα τους βρείτε όλους εκεί. Τρέξτε όμως!!» μου είπε ένας υπάλληλος.

Κρατώντας τα δύο λουλουδάκια, άρχισα να τρέχω. Η ζέστη, αφόρητη. Ο ήλιος, καυτός. Η ημερομηνία, 21. Η ώρα, 11 και. Μου θύμιζαν κάτι όλα αυτά. Την ίδια ανηφόρα είχα ανέβει πριν λίγα χρόνια, κι ήταν 21 του μήνα και η ώρα 11 και κάτι....

Ενώ κόντευα να φτάσω, είδα ότι ο κόσμος κατέβαινε! «Φτου σου! Πάλι δεν τους πρόλαβα!» σκέφτηκα. Εψαξα με μια γρήγορη ματιά να τον δω, μα δεν τον ξεχώρισα στο πλήθος.

Όταν έφτασα εκεί που μου είχε πει ο υπάλληλος νωρίτερα, δεν ήταν κανείς εκεί. Μόνο κάτι τύποι με φτυάρια. Ένιωσα μια απαλή αναγούλα. «Εδώ είναι η ταφή των έντεκα?». Μου απάντησαν θετικά. Ενα μικρό βουναλάκι χώμα, γεμάτο στεφάνια κι ανθοδέσμες.

Άφησα το ένα ροζ τριαντάφυλλο κι έφυγα τρέχοντας. Είχα κι άλλη μια υποχρέωση.....

Μετά από ένα λεπτό ακουμπούσα το δεύτερο ροζ τριαντάφυλλο, σε άλλο ένα μικρό βουναλάκι από χώμα, με μια φωτογραφία στη μία άκρη, με μικρά χορταράκια φυτρωμένα παντού και έναν μαρμάρινο σταυρό ξαπλωμένο στη μέση. Ό,τι δηλαδή είχε απομείνει από την τελευταία απόπειρα εκταφής που είχαμε κάνει, τον περασμένο Χειμώνα.

Θυμήθηκα τότε, που οι υπάλληλοι του νεκροταφείου μού είχαν πει ψυχρά «Δεν θα την βγάλουμε. Δεν έχει λιώσει. Παράταση άλλον έναν χρόνο».

Χαμογέλασα βουρκωμένη στο χλοερό βουναλάκι. "Μαμά, ήρθε κι η μαμά του Ν εδώ. Πρέπει να φύγω, για να προλάβω να τον δω μετά από τόσα χρόνια".

Της έστειλα ένα πεταχτό φιλί από μακριά κι άρχισα πάλι να τρέχω.

Στο κατέβασμα γλύστρησα τρεις φορές κι ευτυχώς που δεν έπεσα, γιατί τώρα και τη δουλειά μου θα είχα χάσει και τα δυο πόδια στο γύψο θα είχα!

Μπήκα σαν την τρελλή στο καφενείο. Δυο-τρεις γύρισαν να με κοιτάξουν, δεν ξέρω γιατί. Προχώρησα. Οι μνήμες ξαναγύρισαν. Τα γκαρσόνια, οι καφέδες, τα θλιμμένα πρόσωπα ...

Ξαφνικά τον είδα! Γύρισα πίσω στο χρόνο, στα σχολικά χρόνια, στα ανέμελα αυτά χρόνια. Τον πλησίασα και τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Τα χείλη του ψέλλισαν «Anima!» με έκπληξη και τα μάτια του δάκρυσαν.

«Την τελευταία φορά που τον είδα, είχαμε και οι δύο τις μανούλες μας...» σκέφτηκα κι αυτή η σκέψη ήταν αρκετή για να τον αγκαλιάσω κλαίγοντας. «Δεν πρόλαβα την τελετή, αλλά ανέβηκα κι άφησα ένα λουλουδάκι» τού είπα μέσα σε λυγμούς.

Δεν είπαμε πολλά, αλλά τα συναισθήματα ήταν τόσο δυνατά, που διέγραψαν αυτομάτως όλα αυτά τα χρόνια που είχαμε να συναντηθούμε.

Ήμασταν πλέον οι κολλητοί από το σχολείο που δεν χαθήκαμε ποτέ.

Κάθησα για δέκα λεπτά σ’ενα άλλο τραπέζι για να ηρεμήσω. Το βλέμμα μου έπεσε σ’ένα άδειο οικογενειακό τραπέζι σε σχήμα «Π», απέναντί μου. Ήταν το τραπέζι που είχα καθήσει εγώ κάποτε....

Η ώρα είχε περάσει κι έπρεπε να φύγω τρέχοντας! Χαιρέτησα αυτόν και την οικογένειά του κι εξαφανίστηκα.

....

Η διαδρομή της επιστροφής ήταν πιο σύντομη. Δεν είχε τόσο κίνηση όπως νωρίτερα.
Στη διάρκεια ενός μίνι μποτιλιαρίσματος, μες στη ζέστη και το καυσαέριο, στο πλάι της λεωφόρου δύο μικρές λευκές πεταλουδίτσες πετούσαν μαζί, ευτυχισμένες και ανάλαφρες. Ήρθαν δίπλα στο ταξί, σχεδόν μπροστά στο παράθυρό μου, παίζοντας χαρούμενα κάτω από το δυνατό φως του ήλιου. Τις κοίταξα. Τις κοίταξα και δεν ξέρω αν κανείς άλλος εκείνη την ώρα τις είχε προσέξει. Μήπως δεν χρειαζόταν κανείς άλλος να τις προσέξει, παρά μόνο εγώ?

«Μανούλα, τώρα δεν θα είσαι πια μόνη. Θα έχεις παρέα και τη μαμά του Ν, να μας κοιτάτε από ψηλά, να μας προστατεύετε και να μας καμαρώνετε» σκέφτηκα κοιτώντας τες ενώ ένα απαλό χαμόγελο κι ένα δάκρυ εμφανίστηκαν στο πρόσωπό μου.....

Το ταξί με άφησε στο κοτέτσι στην ώρα μου. Τα είχα καταφέρει. Ήμουν στο γραφείο μου πριν τελειώσει το meeting και οι γύπες δεν κατάλαβαν τίποτα. Η προϊσταμένη μου μού έκλεισε το μάτι βγαίνοντας. Είδε τα κόκκινα μάτια μου και δεν ρώτησε τίποτα .

Δεν νομίζω να ξεχάσω ποτέ αυτές τις δύο μικρές, λευκές πεταλουδίτσες....

6.20.2007

ΒΑΛΙΑ - μέρος 9ο και τελευταίο

- Σας είπα την ιστορία μου. Πώς σας φάνηκε? Δεν είναι μια συνηθισμένη ιστορία? Γιατί στα δικά μου μάτια φαίνεται ιδιαίτερη? Γιατί?

- Γιατί, γλυκιά μου, δεν ήσουν έτοιμη να δεχτείς την πραγματικότητα, κι έτσι στα μάτια σου φαντάζει διαφορετική.

- Δεν ξέρω. Μετά από χρόνια, μπορεί και σε μένα να φανεί συνηθισμένη τελικά. Μα τα χρόνια δεν θα περάσουν για μένα…

- Αχχ… κορίτσι μου. Περνάνε τα χρόνια, κι είσαι μια χαρά.

- Σε λίγο θα φύγω. Μα πριν φύγω, την ιστορία μου θέλω να σας πω… Αλήθεια, θέλετε να σας πω μια παράξενη ιστορία?

- Μου την είπες την ιστορία σου, καρδιά μου. Τώρα εγώ θα φύγω και θα ξανάρθω αύριο με παρέα να σε δούμε, να κουβεντιάσουμε και να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε όοολα αυτά που σε μπερδεύουν, εντάξει?

Η ξανθιά γυναίκα σηκώθηκε. Αγγιξε με στοργή το χέρι της άλλης κυρίας και σκύβοντας τη φίλησε στα γυαλιστερά μαύρα μαλλιά της.

Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και βγήκε σ’έναν μακρύ διάδρομο.

Στο δωμάτιο που άφησε πίσω της, η κυρία με τα μαύρα μαλλιά είχε μείνει εκεί που την άφησε. Κοιτούσε γύρω της σαν χαμένη. Το βλέμμα της έπεσε στο ανδρικό ρολόι που φορούσε στο χέρι της. Έμεινε να το κοιτάζει για δέκα δευτερόλεπτα και μετά τινάχτηκε από το κάθισμά της, άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και άρχισε να τρέχει πίσω από την ξανθιά γυναίκα.

«Μαρίνααα!! Μαρίνααα!!» της φώναζε.

Η άλλη σταμάτησε τρομαγμένη. Ετρεξε προς το μέρος της μαυρομάλλας κυρίας. Την ίδια στιγμή δύο νοσηλευτές εμφανίστηκαν, αρπάζοντας την κυρία από τα μπράτσα.

«Όχι! Όχι! Μην την τραβάτε!» φώναξε η ξανθιά πλησιάζοντας. «Βάλια μου, γιατί βασανίζεσαι, γλυκιά μου?» της είπε με πολύ απαλό τόνο. «Όλα είναι εντάξει. Όλα τελείωσαν. Είσαι μαζί μου τώρα κι όλα θα πάνε καλά. Ελα! Πήγαινε να ξεκουραστείς. Αύριο έχουμε επισκέψεις».

Η Βάλια ξέσπασε σε κλάμματα. «Μαρίνα…» είπε μέσα από τους λυγμούς της. «Δεν μπορώ άλλο Μαρίνα… Βοήθησέ με».

Εκείνη την αγκάλιασε τρυφερά, της ψιθύρισε κάτι και την παρέδωσε σ’έναν από τους νοσηλευτές για να την οδηγήσει ήρεμα στο δωμάτιό της.

Μπήκε στο γραφείο της λυπημένη. Κάθησε, άνοιξε το παράθυρο κι άναψε ένα τσιγάρο. Ξεφύσηξε και κοίταξε έξω από το παράθυρο, στο κενό.

Είχαν περάσει οκτώ χρόνια από την τελευταία φορά που είχε δει τη Βάλια με σώας τας φρένας. Τότε, που είχαν βγει για φαγητό. Αχχχ…πόσο είχε εκπλαγεί η Μαρίνα εκείνη τη βραδιά.

Ο Βασίλης είχε επιμείνει αφάνταστα να βγουν όλοι μαζί. Εκείνη είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και τον είχε προειδοποιήσει ότι δεν σκόπευε να παραμείνει μαζί του αν αυτός δεν αποφάσιζε τι θέλει πραγματικά από τη ζωή του. Μόλις όμως είδε ποιος ήταν ο Στέφανος, της λύθηκαν όλες οι απορίες.

Ναι, ναι. Ο Βασίλης κι ο Στέφανος δεν γνωρίστηκαν εκείνη τη βραδιά. Είχαν γνωριστεί σε μια ομάδα ψυχολογικής υποστήριξης, τότε που ο Βασίλης είχε χάσει την αδερφή του, ενώ ο Στέφανος ήθελε να ψάξει μέσα του και να δεχτεί τον εαυτό του.

Εκείνη τη βραδιά στο εστιατόριο η Μαρίνα πήρε την απόφαση να σταματήσει οριστικά με τον Βασίλη. Τον ήξερε πολύ καλά και είχε ήδη μαντέψει τι θα συνέβαινε στη συνέχεια ανάμεσα σ’αυτόν και με τον άλλον, τον διεστραμμένο τον Στέφανο. Η Μαρίνα ήταν γεννημένη να βοηθάει τους ανθρώπους να λύνουν τα προβλήματά τους κι όχι να μπλέκει η ίδια σε προβληματικές καταστάσεις.

Κατά τη διάρκεια του δείπνου προσπάθησε πολλές φορές να ειρωνευτεί τον Στέφανο, αλλά ο Βασίλης επενέβαινε και την διέκοπτε κάθε φορά. Η δε Βάλια, δεν είχε καταλάβει τίποτα και δεν ήταν δουλειά της Μαρίνας να της ανοίξει τα μάτια.

Όταν παράτησε τον Βασίλη, αυτός έκλαιγε σαν κακομαθημένο παιδί φωνάζοντάς της «τώρα εγώ ποιάν θα έχω να παρουσιάζω στη μάνα μου???» . Εκείνη σχεδόν ουρλιάζοντας του απάντησε «Επιτέλους!!! Αποδέξου αυτό που είσαι!!! Σταμάτα να παίζεις θέατρο στη μάνα σου και, προς Θεού, μην διανοηθείς να κοροϊδέψεις την Βάλια!!! Ωρίμασε επιτέλους!!!»

Η Μαρίνα άλλαξε αριθμό τηλεφώνου και δεν ξαναεπικοινώνησε ποτέ με κανέναν τους.

Μέχρι εκείνη την ημέρα, όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο ιατρείο της.

«Παρακαλώ?»

«Καλησπέρα σας. Η κυρία Σωτηρίου Μαρίνα, η ψυχολόγος?»

«Μάλιστα»

«Μαρίνα, η Βάλια είμαι»

«Η Βάλια?...»

«Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Μην κάνεις ότι δεν με θυμάσαι Μαρίνα. Είμαι η Βάλια, η γυναίκα του Βασίλη!»

Η Μαρίνα έμεινε για λίγο αμίλητη.

«Δεν μιλάς ε? Νόμιζες ότι δεν θα σε ανακάλυπτα? Εμ, ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη!! Την πάτησες Μαρίνα!»

«Βάλια, τι εννοείς??»

«Τι εννοώ?? ΤΙ ΕΝΝΟΩ??? Εννοώ ότι πηδιέσαι Μαρίνα. Πηδιέσαι και με τον Βασίλη και με τον Στέφανο! Θα στο πω μια φορά και κοίταξε να το καταλάβεις. Μείνε μακριά από τον άντρα μου, γιατί θα σου κόψω τα πόδια!»

Η Μαρίνα, ψύχραιμη, απάντησε «Και πώς ακριβώς εσύ ξέρεις ότι .. πηδιέμαι ΚΑΙ με τους δύο? Μήπως κι εσύ κάνεις το ίδιο?»

«Μαρίνα, πρόσεξε καλά. Δεν το’χω σε πολύ να έρθω από εκεί και να σε πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια. Μου πήρες τον Στέφανο. Το πάλεψα, το προσπάθησα, το δέχτηκα. Δεν θα σε αφήσω να μου πάρεις και τον άντρα!»

«Για μισό λεπτό!» τη διέκοψε η Μαρίνα. «Αυτό σου έχουν πει? Αυτό έχεις καταλάβει κορίτσι μου?» Είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της με τον Βασίλη και τα καμώματά του.

«Δεν χρειάστηκε να μου το πουν. Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Τηλεφωνάς μια στον έναν, μια στον άλλον. Δεν ντρέπεσαι? Πρόσεξε! Θα τα πω όλα στον Στέφανο!»

«Γλυκιά μου, λάθος σου τα’χουν πει. Δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ με το θέμα, αλλά αυτό παραπάει. Εγώ τηλεφωνάω μια στον έναν και μία στον άλλον?? Χα!! Δεν είμαστε καλά. Για ψάξε μήπως, ο ΕΝΑΣ τηλεφωνάει στον ΑΛΛΟΝ!!»

«Τι? Είσαι τρελλή!»

«Εγώ είμαι τρελλή ή εσύ είσαι κουτή?? Μήπως κατά τύχη κάθε Πέμπτη ο Βασίλης έχει συναντήσεις και ο Στέφανος δουλειά?? Εεεε?? Βάλια μου, σε λάθος μέρος ψάχνεις! Και άσε με ήσυχη σε παρακαλώ γιατί δεν έχω άλλο χρόνο να σπαταλήσω!»

Και της το έκλεισε κατάμουτρα…

Πώς είχε καταφέρει να της το κλείσει έτσι κατάμουτρα. Ήταν ασυγχώρητο αυτό που έκανε. Ασυγχώρητο και αντιεπαγγελματικό. Στο τηλέφωνο ήταν μια κοπέλα σε απόγνωση, κι αυτή τι είχε κάνει? Της είχε κλείσει το τηλέφωνο στα μούτρα! Ντροπή! Αν το μάθαιναν οι συνάδελφοί της ψυχολόγοι, θα έχαναν πάσα ιδέα γι’αυτήν. Και θα είχαν και δίκιο.

Μάταια προσπάθησε να την βρει. Δεν είχε τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου και δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να καλέσει τον Βασίλη.

……..

Μετά από δύο εβδομάδες, εισήχθη επειγόντως στην κλινική που εργαζόταν η Μαρίνα, μια κοπέλα σε κατάσταση αμόκ. Είχε επιχειρήσει να πνίξει τον άντρα της πάνω σε μια σχιζοφρενική κρίση.

Όταν η Μαρίνα πήγε να την δει, έμεινε άναυδη. Ήταν η Βάλια!

«Βάλια? Τι έχεις κορίτσι μου?» της είχε πει.

Εκείνη την κοίταξε και έσκασε στα γέλια, χωρίς να της απαντήσει!

Ένας γιατρός την ενημέρωσε. Η ασθενής προφανώς έπασχε από σχιζοφρένεια και φανταζόταν πράγματα. Πρόσφατα είχε γίνει επιθετική και επικίνδυνη με αποτέλεσμα ο σύζυγός της να αποφασίσει να την φέρει στην κλινική.

Η Μαρίνα ρώτησε που ήταν ο σύζυγος. Ο σύζυγος βρισκόταν στη γραμματεία της κλινικής για να ρυθμίσει το οικονομικό. Έτρεξε να τον προλάβει.

Και τον πρόλαβε!

«Βασίλη!» του φώναξε.

Αυτός, ανέκφραστος, την κοίταξε χωρίς να απαντήσει.

«Βασίλη, τι έκανες? Τι έκανες? Τι κάνατε???»

Εκείνος βουρκωμένος της απάντησε «Τίποτα»

«Πώς τίποτα? Η Βάλια δεν είναι καθόλου καλά»

«Η Βάλια ήταν απλώς περίεργη, Μαρίνα. Όλα θα ήταν μια χαρά αν καθόταν στα αυγά της και δεν έψαχνε να τα ξαναβρεί με τον Στέφανο. Ήμουν ρητός και απόλυτος με τον Στέφανο. Ή εμένα, ή τη Βάλια. Αυτός μας ήθελε και τους δύο, κι αυτό δεν γινόταν. Τον είχα προειδοποιήσει. Αυτός δεν με άκουσε κι έμπλεξε πάλι μαζί της. Η Βάλια δεν ήταν χαζή. Κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. Νόμιζε ότι είσαι ερωμένη μου. Δεν το αρνήθηκα. Με βόλευε.

Μια μέρα όμως, εκεί που δεν το περίμενα κι ενώ ήμουν στο μπάνιο, μου βούτηξε το κινητό και τηλεφώνησε στη…. «Μαρίνα» που βρήκε στον κατάλογο. Και τότε, της απάντησε ο Στέφανος. Δεν μου ‘πε τίποτα. Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος.

Το αστείο ξέρεις ποιο είναι? Ότι εγώ δεν ήξερα ότι με απατούσε με το Στέφανο! Δεν είναι πολύ αστείο τελικά? Εγώ κεράτωνα τη γυναίκα μου κι αυτή εμένα, με τον ίδιο εραστή! Μμμμμ…. Τι ερωτικό. Τι κρίμα που δεν το έμαθα εγκαίρως, θα μπορούσαμε να μοιραστούμε όλοι μαζί την εμπειρία.»

«Σκάσε!!!» του φώναξε η Μαρίνα. «Καταστρέψατε έναν άνθρωπο Βασίλη!»

«Καταστρέψαμε?? Μπα? Σοβαρά? Μήπως αυτή μας κατέστρεψε??? Εγώ δεν καταστράφηκα νομίζεις? Το ξέρεις ότι μας την έστησε και μας έπιασε στα πράσσα, στο σπίτι του Στέφανου? Εγώ βέβαια της πρότεινα να μείνει και να διασκεδάσουμε κι οι τρεις μαζί, αλλά ο Στέφανος για χάρη της μου έριξε μια γροθιά στα μούτρα. Τι ρομαντικός, Θέε μου!

Πώς γίνεται ένας άντρας να αγαπάει έναν άλλον άντρα και μια γυναίκα ταυτόχρονα??? Πώς γίνεται μια γυναίκα να ισχυρίζεται ότι αγαπάει και τον άντρα της και τον εραστή της?? Εγώ ήμουν ο μόνος φυσιολογικός. Αγαπούσα μόνο έναν. Τον Στέφανο.

Το ξέρεις ότι εξαιτίας της χώρισα μαζί του? Αυτή φρόντισε να με κάνει να πληρώσω με το ίδιο νόμισμα. Μ’εκανε να χάσω ότι πιο όμορφο είχα, όπως την είχα κάνει κι εγώ κάποτε να το χάσει.

Το ξέρεις ότι μετά πήγε στη μητέρα μου και τα είπε όλα? Το ξέρεις ότι μετά πήγε στη δουλειά μου και τα είπε όλα? Με κατέστρεψε Μαρίνα. Μέρα με τη μέρα γινόταν και χειρότερη. Καθόταν μόνη της στο σκοτάδι κρατώντας ένα κουζινομάχαιρο και γελώντας. Είναι τρελλή! Το καταλαβαίνεις?? ΤΡΕΛΛΗ!!!!»

Η Μαρίνα, με όλη της τη δύναμη, έριξε ένα χαστούκι στον Βασίλη.

«Φύγε! Δεν θέλουμε ούτε τα λεφτά σου, ούτε τη συμπόνια σου. Τη Βάλια θα την αναλάβω εγώ»

Η Βάλια είχε στον κόσμο μόνο τους γονείς της και τη Μαρίνα πλέον. Το διαζύγιο με τον Βασίλη βγήκε στο άψε-σβήσε, μιας που αυτός δεν ήθελε να έχει πια καμία σχέση μαζί της.

Η Βάλια, η μικρή, τρυφερή Βάλια, που δεν άντεξε και έχασε την επαφή με την πραγματικότητα. Κλείστηκε στο δικό της κουτάκι, εκεί που κανείς δεν μπορούσε να την βλάψει πια.



Την επόμενη μέρα ξημέρωσε άλλο ένα Σάββατο.

Οι ασθενείς δεχόντουσαν επισκέψεις. Γονείς, αδέλφια, παιδία…

Η Βάλια περίμενε υπομονετικά να φανούν οι γονείς της. Ηλικιωμένοι και ταλαιπωρημένοι πια, πήγαιναν κάθε Σάββατο να την δουν για τρεις ώρες. Μαζί με τους γονείς της, εμφανιζόταν και η Μαρίνα, κρατώντας ένα κοριτσάκι απ’το χέρι.

Ένα κοριτσάκι φτυστό η Βάλια, που γεννήθηκε λίγους μήνες μετά την εισαγωγή της στην κλινική. Ο πρώην σύζυγος δεν έμαθε ποτέ γι’αυτό και το παιδί καταχωρήθηκε ως αγνώστου πατρός.

Η Βάλια μπορεί να είχε χάσει τις λεπτές ισορροπίες της ψυχής της, αλλά δεν ήταν χαζή. Είχε ήδη υπογράψει διαθήκη με την οποία ανέθετε την κηδεμονία του παιδιού στη Μαρίνα.

Η Μαρίνα ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Είχε αφιερώσει όλη της τη ζωή για να βοηθήσει τους ανθρώπους με ψυχικές διαταραχές. Δεν παντρεύτηκε ποτέ για να ασχοληθεί με το έργο της.

Και τώρα, ο Θεός την αντάμειψε με ένα παιδάκι. Ένα κοριτσάκι με τα μάτια του Στέφανου, τα μαλλιά της Βάλιας και το πείσμα του Βασίλη, να της θυμίζει για πάντα πως η ζωή είναι μια απλή, μα τόσο αλλόκοτη ιστορία….


ΤΕΛΟΣ

6.06.2007

ΒΑΛΙΑ - μέρος 8ο

Παρασύρθηκα!

Ναι, τ’ομολογώ, παρασύρθηκα!

Η ζωή που ζούσα μέχρι τότε, δεν μου άρεσε.
Εγκλωβισμένη στον βαρετό γάμο μου με τον Βασίλη και σε μια επαγγελματική εξέλιξη που τελικά δεν μου ταίριαζε, παρασύρθηκα από τον Στέφανο και τους «απαγορευμένους καρπούς» που γενναιόδωρα ήθελε να μου προσφέρει.

Επί τρεις ολόκληρους μήνες συναντιόμασταν κρυφά και κάναμε όλα αυτά που τόσο πολύ μου είχαν λείψει. Βέβαια, αυτό που είχα παλιά με το Στέφανο, ποτέ δεν μπόρεσα να το ξαναποκτήσω.

Δυστυχώς ήμουν πλέον παντρεμένη με τον Βασίλη και δεν είχα ελεύθερο προσωπικό χρόνο πια. Δεν ήμουν όπως παλιά, ελεύθερη κι ωραία, που απλά έλεγα στους γονείς μου ότι θα βγω με το Στέφανο και μπορεί να μη γυρίσω το βράδυ. Τώρα έπρεπε να κρύβομαι, να καταστρώνω σχέδια, να λέω ψέμματα.

Ψέμματα.....

Πόσα ψέμματα είπα σ’αυτήν την ιστορία που σας διηγούμαι…

Πόσα ψέμματα μου είπαν...

Πόσο μεγάλο ψέμμα ήταν όλο αυτό που ζούσα...



Η ιδανική μέρα για να συναντιέμαι με τον Στέφανο ήταν η Πέμπτη, που ο Βασίλης έλειπε στις συναντήσεις ψυχολογικής υποστήριξης. Δυστυχώς ο Στέφανος μπορούσε οποιαδήποτε άλλη μέρα, εκτός της Πέμπτης.
Κάθε Πέμπτη απόγευμα έπρεπε να διδάσκει μαθηματικά σ’ένα φροντιστήριο, αντικαθιστώντας μια καθηγήτρια που έλειπε με άδεια μητρότητας. Τα μαθήματα τελείωναν κατά τις δέκα το βράδυ, ώρα απαγορευμένη πλέον για μένα, μιας που ο Βασίλης επέστρεφε από τη συμβουλευτική του συνάντηση κατά τις δέκα και μισή.

Έτσι, το ψέμμα που αποφάσισα να σερβίρω στον Βασίλη ήταν ότι είχα αποφασίσει να πηγαίνω μια επιπλέον μέρα την εβδομάδα στο γυμναστήριο. Πότε ήταν Δευτέρα, πότε Τρίτη, πότε Τετάρτη. Τις Παρασκευές δεν τις προτιμούσα γιατί ήξερα καλά ότι ο Βασίλης σχολάει νωρίς, ενώ τις Πέμπτες, αφού δεν βόλευαν το Στέφανο, πήγαινα πραγματικά στο γυμναστήριο, όπως παλιά.

Οι τρεις αυτοί μήνες της κρυφής μου ερωτικής σχέσης, ομολογώ πως με αναζωογόνησαν.

Σταμάτησα να πιέζω τον Βασίλη να γίνει πιο δραστήριος στο κρεββάτι, σταμάτησα να έχω νεύρα, σταμάτησα να πονάω από την εξαφάνιση του Στέφανου. Ο Στέφανος ήταν και πάλι – εν μέρει – δικός μου! Επιτέλους! Είχα ξαναβρεί το άλλο μου μισό, τη χαμένη μου αγάπη.

Κι είχα όντως αρχίσει να αναρωτιέμαι αν εξακολουθούσε να τα ‘χει με τη Μαρίνα. Στο σπίτι του δεν υπήρχε καμία φωτογραφία της και ποτέ δεν την ανέφερε, παρά μόνο όταν εγώ του την θύμιζα.

Παρόλα αυτά, είχε τύχει ενώ βρισκόμουν μαζί του να χτυπάει το κινητό του, να είναι το «μωρό» του κι αυτός να μιλάει κάπως συνωμοτικά. Δεν του έλεγα τίποτα γιατί προσπαθούσα να κρατήσω χαρακτήρα. Έκανα ότι δεν είχα καταλάβει ότι ήταν αυτή.

Μια φορά όμως, το θράσσος του ξεπέρασε κάθε όριο. Αφού χτύπησε το τηλέφωνο κι εγώ είχα δει στην οθόνη τη φράση «το μωρό μου», αυτός απάντησε με μια άνεση «Έλα φιλαράκο, τι γίνεσαι? Ναι, δεν μπορώ τώρα, θα σε πάρω εγώ φίλε»

Με το που κλείνει, τον ρωτάω: «Ποιος ήταν?»
Κι εκείνος με μια απίστευτη άνεση μου αποκρίθηκε «ένας φίλος μου από το φροντιστήριο»

Έγινε της τρελλής. Έβαλα τέτοιες φωνές που ο Στέφανος δεν τις είχε ξανακούσει. Μπορεί να τον είχα ερωτευτεί, αλλά δεν ήμουν ηλίθια.

«Παραδέξου το! Η Μαρίνα ήταν!!! Λέγε, αν δεν ήταν αυτή, ποια ήταν??»

Στην αρχή επέμενε ότι δεν ήταν αυτή. Όταν είδε ότι με είχε φέρει στα όριά μου, το παραδέχτηκε.

Από τότε δεν με ξανακορόιδεψε. Όταν χτυπούσε το τηλέφωνο και ήταν αυτή, το καταλάβαινα και αυτός δεν έκανε τίποτα για να με πείσει για το αντίθετο.

Μετά από τα τηλεφωνήματά της, ο συνήθης διάλογός μας ήταν:

- Μπα? Το … μωρό σου ήταν πάλι?
- Βάλια, σε παρακαλώ…
- Γιατί δεν της στέλνεις χαιρετίσματα εκ μέρους μου?
- Μα τι λες τώρα?
- Γιατί? Το Μαρινάκι το γνώρισα πολύ πριν από σένα!
- Μάλιστα…
- Η Μαρίνα δεν ήταν στο τηλέφωνο? Ή με δουλεύεις πάλι Στέφανε?
- Ναι κούκλα μου, η Μαρίνα ήταν. Μπορούμε τώρα να αλλάξουμε συζήτηση?
- Είσαι τόσο ευτυχισμένος μαζί της? Τόσο καλύτερη από μένα είναι? Τόσο υπέροχη, που μπόρεσες να με παρατήσεις έτσι εύκολα και να εξαφανιστείς? Ε Στέφανε?

Κι έτσι καυγαδίζαμε.

Στο τέλος ποτέ δεν μάθαινα αν και πόσο την αγαπάει κι αν πραγματικά τη θέλει τόσο πολύ.

Μια φορά προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και, αφού έκλεισε το τηλέφωνο, του είπα ήρεμα:

«Στέφανε, λυπάμαι πάρα πολύ που σ’έχασα έτσι. Τι να πω, μακάρι η Μαρίνα να σε κάνει ευτυχισμένο. Αν και δυσκολεύομαι να το πιστέψω, γιατί αν ήσουν πραγματικά ευτυχισμένος δεν θα ήμασταν τώρα εδώ, ξαπλωμένοι, δίχως ρούχα κι έχοντας κάνει έρωτα ξανά και ξανά. Ειλικρινά, δεν θα μπορέσω ποτέ να το καταλάβω. Σ’αγάπησα με όλη μου την ψυχή. Στα έδωσα όλα. Και τώρα κατέληξα παντρεμένη πάλι με κάποιον που δεν με κάνει ευτυχισμένη, και με σένα να μου θυμίζεις τι είχα κάποτε. Δεν ξέρω πόσο θα αντέξω ακόμα.»

Εκείνος είχε βουρκώσει. Με έσφιξε στην αγκαλιά του και ψιθύρισε «Όσο αντέξεις, κούκλα μου. Όσο αντέξεις….»

Έτσι περνούσε ο καιρός. Με τον Βασίλη να ασχολείται ως επί το πλείστον με την καριέρα του κι εμένα να ανυπομονώ να έρθει αυτή η μια φορά την εβδομάδα που θα μπορούσα να δω τον Στέφανο και να τον απολαύσω, ελπίζοντας πάντα ότι δεν θα διακόψει την ηδονή μου αυτή η βδέλλα, η Μαρίνα.

Κάποιες φορές κοιτούσα τον Βασίλη κι ένιωθα τύψεις. Δεν μου έφταιγε σε τίποτα αυτός να τον κερατώνω έτσι ασύστολα. Αυτός μου ήταν πάντοτε πιστός, τίμιος και ειλικρινής. Μπορεί τελικά να μην ταιριάζαμε στο ερωτικό, αλλά ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος.

Πέρασα σιγά-σιγά λοιπόν από τη φάση της τρελλής δίψας για παράνομο σεξ, στη φάση των τύψεων.

Κάθε φορά που ήμουν γυμνή στο κρεβάτι με τον Στέφανο να έχει μόλις πριν πέντε λεπτά ολοκληρώσει και να κοιτάει το ρολόι του, περιμένοντας να ντυθώ και να φύγω, ένιωθα πολύ βρώμικη και φτηνή.

Γύριζα σπίτι όπου με περίμενε ο Βασίλης μ’ένα πλατύ χαμόγελο, έχοντας φτιάξει δύο φλυτζάνια αχνιστό τσάι, για να … ξεκουραστώ από τη γυμναστική που έκανα τόσες ώρες.

Κάποιες φορές τύχαινε να με πλησιάσει κιόλας, λέγοντάς μου με πολύ ρομαντικό τρόπο «θέλω να σου κάνω έρωτα, αγάπη μου», μα εγώ ήμουν τόσο εξαντλημένη από τις διαστροφές του εκρηκτικού Στέφανου που είχα ζήσει δύο ώρες νωρίτερα, που προφασιζόμουν πονοκεφάλους και ζαλάδες για να με αφήσει ήσυχη.

Όταν αυτές οι τύψεις μεγάλωσαν αρκετά, ζήτησα από το Στέφανο να μην βρεθούμε την ημέρα που είχαμε κανονίσει. Αντί να πάω σ’αυτόν, πήγα όντως στο γυμναστήριο και ξέσκασα. Ήταν μια Τρίτη. Την Πέμπτη λοιπόν, αποφάσισα να μην πάω γυμναστήριο, αλλά να περιμένω τον Βασίλη να γυρίσει από την συμβουλευτική ομάδα για να του χαρίσω μια ρομαντική και – γιατί όχι? – ερωτική βραδιά.

Είχα φορέσει ένα αποκαλυπτικό νυχτικό και είχα σβήσει όλα τα φώτα του σπιτιού. Μόνο στο υπνοδωμάτιό μας είχα αναμμένα κεράκια. Είχα κλειδώσει κιόλας, ώστε να πιστέψει, μπαίνοντας, ότι ακόμα δεν έχω γυρίσει από το γυμναστήριο.

Καθόμουν εκεί, στο σκοτάδι και περίμενα. Κατά τις 10 και είκοσι ακούω κλειδιά στην πόρτα και τη φωνή του Βασίλη να μιλάει με κάποιον.

Αναρωτήθηκα στην αρχή, τι να συμβαίνει και φοβήθηκα μήπως ήμουν τόσο άτυχη που τη μέρα που ήθελα να μείνουμε οι δυο μας, αυτός κανόνισε να φέρει στο σπίτι κάποιον γνωστό του από τις συναντήσεις.

Δεν άκουγα τον συνομιλητή του. Αφουγκράστηκα πιο προσεκτικά. Ναι.. Ναι… Μιλούσε στο κινητό του. Μιλούσε στο κινητό του, μα έλεγε πράγματα που δεν πίστευα ότι άκουγα!

«Ναι ρε γαμώτο, το ξέχασα εκεί. Θα το πάρω όταν ξαναβρεθούμε. Μου πήρες τα μυαλά σήμερα. Ήσουν το κάτι άλλο βρε συ. Καιρό είχες να με βασανίσεις τόσο, μωρό μου. Τόσο πολύ πεινούσες? Χα χα χα! (δυνατά γέλια) Έλα βρε! Ούτε να το ξαναπείς. Μόνο πρόσεξε μην το χάσεις γιατί είναι δώρο της Βάλιας και κάποια στιγμή θα με ρωτήσει. .. Τι έπαθες τώρα? Όχι σου λέω, δεν έχει έρθει ακόμα. Αντε, σ’αφήνω τώρα, φιλακια. Χα Χα!! Ξέρεις εσύ που!»

Είχα μείνει άφωνη. Ακίνητη σαν παγοκολώνα. «Δεν είναι δυνατόν!» ψιθύρισα. Αφουγκράστηκα πάλι. Ο Βασίλης είχε προχωρήσει προς το σαλόνι και άνοιγε την μπαλκονόπορτα για να αεριστεί λίγο το σπίτι. Έσβησα βιαστικά τα κεράκια, φόρεσα μια ρόμπα και στο σκοτάδι ξεγλύστρησα και μπήκα στο μπάνιο, το οποίο ήταν ακριβώς δίπλα στην κρεββατοκάμαρα.

Ο Βασίλης προχώρησε προς τον διάδρομο και είδε στο βάθος το φως του μπάνιου αναμμένο. Πλησίασε, κι όταν έφτασε ακριβώς μπροστά στην πόρτα, άκουσε τον ήχο του ντους.

«Βάλια? Είσαι εδώ?»

Κανείς δεν απάντησε από μέσα.

Άνοιξε σιγά-σιγά την πόρτα. Πίσω από την κουρτίνα φαινόταν καθαρά η σιλουέτα της κάτω από το νερό του ντους, να ξεπλένει τους αφρούς κι εκείνη να σιγοτραγουδά.

Ο Βασίλης πλησίασε αθόρυβα και τράβηξε απαλά την κουρτίνα.

«Εδώ είσαι?» της είπε

«ΑΑΑΑΧΧΧ!!!! Παναγία μου!»

«Τρόμαξες, αγάπη μου?»

«Πω-πω, Βασίλη! Κατατρόμαξα! Τώρα ήρθες?»

«Ναι αγάπη μου. Εσύ?»

«Εγώ ένιωσα μια ζαλάδα στο γυμναστήριο και έφυγα λίγο νωρίτερα»

«Ζαλάδα, ε? Λες να έχουμε κανένα ευχάριστο?»

Του χαμογέλασα πλατιά και του έδωσα ένα πεταχτό φιλάκι στο μάγουλο.

«Ασε με να τελειώσω τώρα, για να κάνεις κι εσύ το ντουσάκι σου μετά» είπα, κι έκλεισα την κουρτίνα. Είχα παρατηρήσει ότι στο χέρι του δεν υπήρχε το ρολόι που του είχα κάνει δώρο.

Μετά από πέντε λεπτά είχα βγει από το μπάνιο και τη θέση μου κάτω από το ντους, πήρε ο Βασίλης.

Κι αυτός ήταν ο σκοπός μου!

Μόλις μπήκε στο ντους, έτρεξα και άρπαξα το κινητό του από το τραπεζάκι του σαλονιού.

Ήθελα να δω ποια ήταν η τελευταία κλήση του. Σε ποιά έλεγε αυτά τα λόγια?

Πήγα στις εξερχόμενες κλήσεις. Η τελευταία εξερχόμενη ήταν στο δικό μου κινητό. Φτού.

Συνέχισα επιλέγοντας τις εισερχόμενες κλήσεις.

«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησα.

Μπορεί να μην φαινόταν ο αριθμός κλήσης, αλλά φαινόταν ξεκάθαρα το όνομα. Η τελευταία εισερχόμενη κλήση, που είχε γίνει πριν ένα τέταρτο περίπου, ήταν από το όνομα «ΜΑΡΙΝΑ»!!!!

Ο Βασίλης μου φώναξε από μέσα να φτιάξω τσάι να πιούμε. Παράτησα το κινητό του εκεί που το βρήκα, βγαίνοντας από το μενού των κλήσεων, χωρίς να προλάβω να δω και να σημειώσω τον αριθμό της.

Μέχρι να ετοιμάσω το τσάι, είχα πάρει, χωρίς να το ξέρω, τη σημαντικότερη απόφαση αυτής της ιστορίας.

Ως εδώ! Μπορούσα να ανεχτώ να μοιράζομαι τον εραστή μου με τη Μαρίνα. Αλλά όχι και τον άντρα μου!!!!

Αυτό ήταν! Θα ξεκαθάριζα με αυτήν την οχιά, μια για πάντα!!!


(συνεχίζεται… για το τελευταίο επεισόδιο)

6.01.2007

Για την Αμαλία.....

Για την Αμαλία, τα λόγια μου είναι λίγα και φτωχά.

Τη γνώρισα, δυστυχώς, αφού είχε φύγει από κοντά μας.

Όπως τους καλλιτέχνες, τους ζωγράφους, τους μουσικούς, που μετά θάνατω ο κόσμος αναγνωρίζει τη δύναμη που έκρυβαν μέσα τους.

Έτσι κι εγώ.

Χαμένη στην πεζή καθημερινότητά μου, που κάποτε διακόπηκε με το θάνατο ενός πολυαγαπημένου μου προσώπου, για να ξαναπάρει αργότερα πάλι την ίδια ρότα, την ίδια πορεία, με μόνη διαφορά τον πόνο και την πίκρα που νιώθει αυτός που μένει πίσω...

Δυστυχώς είμαι ακόμα στη δουλειά μου, αυτή την ώρα και δεν βρήκα λίγο περισσότερο χρόνο να αφιερώσω στην υπέροχη Αμαλία.

Κι όχι μόνο στην υπέροχη Αμαλία, μα και σε τίποτα άλλο πέρα από τη δουλειά μου δεν αφιέρωσα χρόνο σήμερα .....

Βλέπετε, οι ρυθμοί της ζωής δεν μ’αφήνουν να ζήσω.... Δεν είναι τραγική ειρωνεία?

Μακάρι να ανοίξουμε τα μάτια μας και να δούμε ότι η ζωή είναι εδώ και τώρα. Ούτε στο αύριο, ούτε στο μέλλον.

Μακάρι η μικρή Αμαλία να μας βλέπει από ψηλά και να μας προστατεύει, γιατί – όπως έχει πει κι ένας γνωστός Έλληνας τραγουδιστής – «ο ουρανός δεν κρύβει από πάνω Θεό, κι εσύ είσαι εσύ, κι εγώ είμαι εγώ....»

Αντίο Αμαλία

Μακάρι μέχρι να φύγω κι εγώ από αυτή τη ζωή να έχω καταφέρει να ακουστεί η φωνή μου σε τόσο κόσμο όσο κι εσύ....


Με απέραντη εκτίμηση και θαυμασμό,

Anima Rana

5.30.2007

Τι τραβάω Χριστέ μου!

Ήμαρτον πλέον!

Κάθε μέρα στη δουλειά από τις 9 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ! Νισάφι πια!

Τι να κάνω όμως, αφού πρόκειται για το χρυσό κοτέτσι?

(μουσική παρακαλώ!)
Το χρυσό κοτέτσι
Μακριά οι λέτσοι
Μόνο χλίδα και χρυσά αυγάαα

Τσα-τσα-τσα !!!

(δεν πάω καλά)


Βλέπετε, μεταφέρθηκα! Δεν ασχολούμαι πλέον με κότες και κοινά αυγά. Βρίσκομαι στο χρυσό κοτέτσι, το τμήμα που στην ουσία είναι η βιτρίνα του κοτετσιού.

Δεν λέω, πληρώνομαι όλες τις υπερωρίες μου. Μα πότε θα βρω χρόνο να σας παραδώσω επιτέλους τη μικρή και τρισχαριτωμένη Βάλια?

Εχω εξαφανιστεί απο τα blog σας, το ξέρω, μα μην με παρεξηγήσετε! Το Σαββατοκύριακο θα στρωθώ στη δουλειά. Θα κατεβάσω νέα "Βάλια" και θα σας επισκεφτώ όλους!

Αχχχ.... Τι τις ήθελα τις καριέρες, παντρεμένη βατράχω!!!

Και να'σου τα κουστουμάκια και να'σου τα παπουτσάκια, γιατί τα απλά ρούχα που φορούσα στο παλιό μου κοτέτσι, είναι τρε μπανάλ για τα νέα μου καθήκοντα (τρομάρα μου.....).

Οσο για τον νέο αρχι-γύπα, αφήστε τα! Τον θυμάστε? Που τον υποδεχτήκαμε μετα βαίων και κλάδων?

Εφυγε!

Λούης!

Καπνός!

Ουουουουουου απατεώνα! λαμόγιο! ΚΟΤΑΑΑΑΑ!!!!!

Δεν σας το'χα πει τότε που έφυγε, για να μην με πάρετε στο μεζέ, αλλά έφυγε μέσα σε μια βδομάδα, το χρυσό μου!

Δεν πειράζει, τώρα περιμένουμε πρώτο πράγμα. Τεφαρίκι!!!

Θα σας τα πω όλα σιγά-σιγά, και τα επαγγελματικά, αλλά και τις χαριτωμένες περιπέτειές μου στο ταξίδι του μέλιτος (πιο πολύ αγκαλιά ήμουν με τη.. λεκάνη, παρά με τον πάπιο μου).

Αλλά όλα αυτά, μόλις τελειώσω μ'αυτήν την αλλόκοτη υπόθεση της Βάλιας, την οποία θα προσπαθήσω να τελειώσω αυτό το Σαββατοκύριακο. Αντε, το πολύ να μας μείνει το συγκλονιστικό φινάλε για το μεθεπόμενο (και τελευταίο) επεισόδιο.

Μετά θα αρχίσω να σας γράφω κωμωδίες. Αρκετά με τα δράματα και τους προβληματισμούς.

Τώρα σας φιλώ γιατί πρέπει να πάω και στο σπίτι μου κάποια στιγμή...

κουάξ και σμάκ σε όλους σας!


anima rana λέγομαι,
ψυχή απο βατραχάκι
και στο χρυσάφι λούζομαι
πριν πέσω στο νεράκι....

(χικ!)

5.23.2007

..η επιθυμία σας, διαταγή!





Πώς μπορώ να αντισταθώ στις επιθυμίες των φίλων μου, που - αν και δεν με γνωρίζουν προσωπικά - έχουν χαρεί τόσο πολύ με τον γάμο μου?
Ακόμα και αυτοί που δεν είναι και τόσο υπέρ του γάμου, ζήτησαν να "πάρουν λίγο μάτι" από το μυστήριο.

Καταλαβαίνετε ότι δεν μου είναι εύκολο να βγάλω προσωπικές φωτογραφίες στο διαδύκτιο.

Μακάρι να μπορούσα να σας τις δείξω όλες, αλλά πραγματικά δεν θέλω να εμφανίσω την βατραχο-μουτσουνάρα μου στον.. κυβερνοχώρο.

Οπότε, θα πρέπει να συμβιβαστείτε με αυτή την "πεταχτή ματιά" που μπορώ να σας αφήσω να ρίξετε!

Σας φιλώ όλους και εύχομαι να είμαστε όλοι υγιείς, ευτυχισμένοι και τυχεροί, με έναν άνθρωπο δίπλα μας να μας αγαπάει και να τον αγαπάμε πραγματικά!

κουάξ,
anima rana






5.11.2007

I' M BACK!!!

Αγαπημένοι μου,

ΕΠΕΣΤΡΕΨΑ!!!

Η μόνη διαφορά είναι ότι πλέον φοράω ένα καινούριο δακτυλίδι στο δεξί μου χέρι.

Ο έρωτας δεν σκοτώθηκε (απαντάω στον Ασκαρδαμυκτί) γιατί (όπως είπε το Μαράκι) τον έρωτα εμείς τον σκοτώνουμε, δεν σκοτώνεται μόνος του.

Ο γάμος ήταν πολύ καλός κι ήμασταν όλοι πολύ cool! Θα προσπαθήσω να σας δείξω καμιά φωτογραφία, αλλά - καταλαβαίνετε - θα είναι πολύ διακριτική και δεν θα δείτε και πολλά...

Πήγαμε 6 μέρες στην Αίγυπτο. Τρεις Κάιρο, τρεις Αλεξάνδρεια. Κρατάω τις εμπειρίες μου για λίγο κρυφές, για να έχω και τίποτα να σας γράψω σε επόμενα posts. Πρώτα πρέπει να τελειώσω την ιστορία της γκαντέμως (=Βάλια).

Σας ευχαριστώ όοολους πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ για τις ευχές σας κι εύχομαι σε όλους σας μόνο χαρές, ευτυχία, υγεία, τύχη και όνειρα που γίνονται πραγματικότητα.

Το γούνινο σκυλάκι μου το άφησα στην φίλη μου την .. αρκουδίτσα και πέρασε μια χαρά (λυπάμαι ανώνυμε που δεν σε ικανοποίησα και δεν το άφησα να ψοφήσει...)

Είμαι πάλι πίσω στην blogoπαρέα μας και χαίρομαι πάρα πολύ!

Φιλιά πολλά και ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΟΙ ΑΝΥΠΑΝΤΡΟΙ!!!!

Υ.Γ. Ακολουθεί νέο επεισόδιο 'Βάλια'. Και για όσους ανυπομονούν, δηλώνω ότι η ιστορία θα τελειώσει ή στο ένατο ή το δέκατο επεισόδιο.

σμάκ!

Βάλια - μέρος 7ο

Είχα παραμείνει άναυδη και αμίλητη, ενώ ο Στέφανος έβγαλε ένα χείμαρρο λέξεων, λέγοντάς μου ότι είμαι η ζωή του όλη, ότι δεν αντέχει μακριά μου, ότι επιτέλους με ξαναβρήκε, ότι με θέλει σαν τρελλός…

«Να σου πω, δεν πας καλά μου φαίνεται!» Του φώναξα.
«Με παράτησες για τη Μαρίνα και τώρα ζητάς και τα ρέστα? Κάθαρμα! Παράτα με ήσυχη, δεν θέλω να σε ξαναδώ!»

«Τη Μαρίνα? Ποια…. Α, τη Μαρίνα. Η Μαρίνα ήταν απλώς μια αφορμή, ήταν, ήταν ένα λάθος, πίστεψέ με. Εσένα θέλω. Σε θέλω σαν τρελλός!» μου απάντησε αφηνιασμένος.

«Κι έπρεπε να με βρεις τυχαία στο δρόμο για να μου το πεις? Αι παράτα μας ρε Στέφανε!» κι έκανα να φύγω.

«Όχι! Όχι! Μην φεύγεις! Όχι! Δώσ’ μου άλλη μια ευκαιρία. Μια τελευταία ευκαιρία. Σ’ αγαπάω Βάλια. Πάντα σ’ αγαπούσα. Εγω...»

«Στέφανε, σταμάτα!! ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΑ!!» του φώναξα τόσο δυνατά, που ένας-δυο περαστικοί γύρισαν και μας κοίταξαν.

Ήταν η σειρά του να μαρμαρώσει.

«Τι έκανες?»

«Δεν άκουσες? Παντρεύτηκα!» του είπα, δείχνοντάς του τη βέρα μου.

«Ελπίζω να αξίζει.»

«Βεβαίως και αξίζει. Είναι ο Βασίλης. Τον θυμάσαι τον Βασίλη, που του έκλεψες τη γυναίκα? Ή τον ξέχασες κι αυτόν, όπως την Μαρίνα???»

«…Ποιος?...»

Έμεινε για τέσσερα δευτερόλεπτα αμίλητος και μετά… λιποθύμησε!!!

Λιποθύμησε, μπροστά στα μάτια μου, μες τη μέση του δρόμου!
Δεν πίστευα στα μάτια μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που έβλεπα. Έσκυψα πάνω του κι άρχισα να του χτυπάω ελαφρά το πρόσωπο φωνάζοντας το όνομά του. Δυο-τρεις άλλοι περαστικοί είχαν σταθεί από πάνω μας και τους ζήτησα βοήθεια. Τον σήκωσαν και τον κάθησαν σ’ ένα παγκάκι. Άρχισε να συνέρχεται. Ήταν κατάχλωμος. Δεν μπορούσα να καταλάβω όμως το λόγο. Τόσο πολύ του είχε στοιχίσει ότι παντρεύτηκα τον Βασίλη?

«Είσαι καλύτερα?» τον ρώτησα. «Μπορείς να σηκωθείς? Στέφανε, πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου. Είσαι εντάξει?»

«Βάλια, σε παρακαλώ. Πήγαινέ με σπίτι μου. Εδώ πιο πάνω είναι.

Κάτι μέσα μου με έτρωγε, το παραδέχομαι. Δεν μπορούσα να τον αφήσω. Σηκωθήκαμε και σιγά-σιγά πήγαμε στο σπίτι του.

Ήταν δύο τετράγωνα παρακάτω, σε μια καινούρια πολυκατοικία, στον τρίτο όροφο.

«Ώστε εδώ μετακόμισες λοιπόν, κι εγώ σ’έψαχνα στο παλιό σου σπίτι και στο παλιό σου κινητό, ε?»

Εκείνος ήταν ακόμα χλωμός. «Ναι, εδώ» μου απάντησε.

«Εδώ μένεις με το .. Μαρινάκι, Στέφανε?»

«Αχ, Βάλια, σε παρακαλώ. Σου είπα, η Μαρίνα ήταν ένα λάθος…»

«Δεν σε ρώτησα αυτό, αλλά, δεν πειράζει. Μην απαντάς, δεν χρειάζεται. Εξάλλου φαίνεται ότι μάλλον δεν μένεις μόνος»

«Βάλια, εγώ..»

«Εσύ με κορόιδεψες. Αυτό έκανες εσύ. Και δεν θα στο συγχωρέσω ποτέ. Δεν είχες καν τα κότσια να μου εξηγήσεις από το τηλέφωνο γιατί με άφησες»

«Εχασα το κινητό μου και … και δεν θυμόμουν απ’ έξω τον αριθμό σου κι όταν άλλαξα συσκευή δεν…»

«Άστο Στέφανε. Άστο.»

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό μου. Φτου! Ήταν ο Βασίλης! Έκανα νόημα στον Στέφανο να σωπάσει.

«Ναι? Ελα. Ναι, έρχομαι, μόλις τελείωσα τον καφέ με την Μαρία. ….. Ξέρω τι ώρα είναι Βασίλη. Σου είπα, έρχομαι. Σε μισή ώρα το πολύ θα είμαι σπίτι»

Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα τον Στέφανο στα μάτια. «Ο Βασίλης. Φεύγω. Να προσέχεις Στέφανε»

Άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματός του και βγήκα. Εκείνος με κοίταζε σαν δαρμένο σκυλί.

«Βάλια, δεν αγάπησα ποτέ κανέναν όσο εσένα», μου είπε έτοιμος να κλάψει.

«Ας με κρατούσες, τότε!» του απάντησα τσαντισμένη, καλώντας το ασανσέρ.

«Δώσ’ μου τον αριθμό του κινητού σου τηλεφώνου. Τουλάχιστον να μιλάμε καμιά φορά.»

«Δεν είναι καλή ιδέα. Δεν είμαι για τέτοια τώρα.»

«Σε παρακαλώ, μόνο για να μαθαίνω ότι είσαι καλά»

Έκανα ένα μορφασμό, ξεφύσηξα και άρχισα να του λέω τον αριθμό μου. Δεν μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή ότι η κινητή τηλεφωνία θα είχε την τιμητική της εκείνη την ημέρα…

Αφού τον αποθήκευσε μου έδωσε το κινητό του. «Ρίξ’ του κι εσύ μια ματιά ότι καταχώρησα σωστά τον αριθμό».

Πήρα το κινητό του στα χέρια μου. Έριξα μια γρήγορη ματιά. Ναι. Ο αριθμός ήταν αποθηκευμένος σωστά.

Εκείνη τη στιγμή όμως, το κινητό του, ενώ ακόμα το κοιτούσα, χτύπησε.

Στην οθόνη δεν φάνηκε αριθμός, μα μόνο «το μωρό μου» να αναβοσβήνει.

«Αντίο Στέφανε!!» του είπα σχεδόν πετώντας του το κινητό. «Το… μωρό σου σε ψάχνει»
Άνοιξα την πόρτα του ασανσέρ και μπήκα μέσα.

Την ώρα που έκλεισε η πόρτα και το ασανσέρ ξεκινούσε, τον άκουσα να απαντάει «Ελα, τώρα θα σ’ έπαιρνα!» κάπως τσαντισμένος. Αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Εγώ κατέβαινα και ευχόμουν να μην τον είχα δει εκείνη την ημέρα.
….

Φτάνοντας σπίτι ο Βασίλης με περίμενε πάααρα πολύ νευριασμένος.

«Ρε Βάλια? Μας δουλεύεις κανονικότατα? Τι ώρα είναι αυτή? Ξέρεις τι ώρα μου είχες πει ότι θα γύριζες σπίτι? Εχεις έρθει με δύο ώρες καθυστέρηση!»

«Συγνώμη κύριε προϊστάμενε!» του απάντησα εγώ πολύ θυμωμένα.

Κι έτσι άρχισε ένας υπέροχος καυγάς! Άρχισε αυτός να μου λέει ότι έχω αλλάξει κι ότι αρχίζω και αντιδρώ και ότι δεν είναι συμπεριφορά παντρεμένης γυναίκας αυτή. Εγώ του επιτέθηκα λέγοντάς του ότι παράτησα την θέση μου στην εταιρία για χάρη του, ε δεν θα παρατήσω και τη ζωή μου!

Κι όπως καταλαβαίνετε, έγινε ένας μικρός χαμός.

Την ώρα του κακού χαμού, ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό μου.

«Να!! Ποιός είναι τέτοια ώρα Βάλια?? Εεε?» μου είπε με το ύφος του αφεντικού, αυτό το ύφος που με εξόργιζε.

Αρπαξα το κινητό μου και διάβασα το μήνυμα.

ΕΙΣΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.
ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΣΟΥ ΕΞΗΓΗΣΩ.

Ο αριθμός ήταν άγνωστος, αλλά δεν ήμουν χαζή. Ήταν ο Στέφανος.

«Τίποτα. Η Μαρία είναι.»

Ο Βασίλης περίμενε κι άλλες εξηγήσεις, αλλά φυσικά τον κοίταξα με το βλέμμα που αντιπαθούσε περισσότερο και του είπα «Δεν κατάλαβα τώρα! Θα μας κάνεις και ανάκριση? Κοίτα να ασχοληθείς λίγο με την ανύπαρκτη ερωτική μας ζωή και άσε το κινητό μου στην άκρη»

Αυτός πήρε μια βαθιά ανάσα, πήρε το ύφος γενικού διευθυντού που απευθύνεται σε δούλο και φωνάζοντας μού είπε όλο θυμό και φωνές «Η ερωτική μας ζωή είναι μια χαρά και δεν σηκώνω κουβέντα! Οσο για τα τηλεφωνήματά σου, αν θες να ξέρεις απαιτώ να γνωρίζω ποιός σου στέλνει μηνύματα, ποιός σε καλεί και ποιόν καλείς από το κινητό σου! Όπως εγώ δεν κρύβω τίποτα, απαιτώ να μην κρύβεις κι εσύ! Τ’ ακούς??»

Ο Θεός είναι μεγάλος όμως, φίλοι μου. Ο λαός λέει ότι ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη. Κι εκείνη τη στιγμή μάλλον ήταν ανοιχτοί οι ουρανοί κι ο Θεός δεν κοιμόταν…

Εκείνη τη στιγμή της οργισμένης απάντησης του Βασίλη, χτύπησε το κινητό του!

«Μπά???? Εντεκάμιση η ώρα το βράδυ σε ψάχνουν οι φίλοι σου??? Για να δω, ποιός είναι?»

Προσπάθησε να με πιάσει, αλλά ήμουν πάντα πιο γρήγορη και πιο ευέλικτη από αυτόν. Άρπαξα το κινητό από το τραπέζι του σαλονιού.

Στην οθόνη δεν φάνηκε αριθμός, αλλά… το όνομα «Μαρίνα» να αναβοσβήνει!

Του το έδωσα με μίσος. «Απάντησέ το ΤΩΡΑ! Και μην τολμήσεις να της πεις ότι είμαι δίπλα σου! ΤΩΡΑ!»

Ο Βασίλης άσπρισε. Πήρε το κινητό στα χέρια του.

«ΤΩΡΑ Βασίλη, αλλιώς τα μαζεύω και φεύγω!»

Απάντησε. Δεν της είπε ότι ήμουν δίπλα, αλλά δεν χρειάστηκε. Φαινόταν από το ύφος του.

«Ναι? Γεια. Ναι. Ναι. Όχι. Μάλιστα. Καληνύχτα.»

«Δεν μου λες Βασιλάκη? Τι δουλειά έχει τέτοια ώρα να σου τηλεφωνάει η Μαρίνα? Ποια? Η Μαρίνα?? Υποτίθεται ότι έχετε χαθεί εδώ και τόσο καιρό! Τι συμβαίνει Βασίλη?? Μήπως να της τηλεφωνήσω να τη ρωτήσω???»

Αυτός εγκατέλειψε το ύφος χιλίων καρδιναλίων που είχε μέχρι πριν πέντε λεπτά και με ταπεινότητα μου είπε:

«Δεν ήθελα να σε στεναχωρέσω. Τώρα τελευταία η Μαρίνα μού τηλεφωνάει, μα εγώ την απορρίπτω. Σου το ορκίζομαι, τη Μαρίνα δεν την έχω ξαναδεί από τότε. Με τη Μαρίνα δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως. Πού και πού μου στέλνει κανένα μήνυμα, μα της είπα ότι παντρευτήκαμε κι ότι δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει κάτι μεταξύ μας. Κάποια στιγμή θα το πάρει απόφαση.»

Δεν συνέχισα τον καυγά γιατί είχα κι εγώ λίγο λερωμένη τη φωλιά μου. Πριν λίγα λεπτά είχα λάβει μήνυμα από τον Στέφανο, οπότε προς το παρόν δεν ήθελα να επιτεθώ στον Βασίλη για τα μηνύματα της Μαρίνας.

Του είπα ότι είμαι κουρασμένη και ότι πάω για ένα ντους και ύπνο.

Στο μπάνιο, πήρα μαζί μου το κινητό μου. Ξαναδιάβασα το μήνυμα του Στέφανου.

Αποφάσισα να του απαντήσω:

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ.
ΘΕΛΩ ΑΠΛΑ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ. ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Και μετά από ένα λεπτό μού ήρθε η απάντηση:

ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΕΣΕΝΑ. ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ.
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ, Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ, ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ
ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΥΤΕΣ ΒΡΑΔΙΕΣ ΠΑΘΟΥΣ ΜΑΣ. ΕΥΧΟΜΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ
ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΜΕ ΝΑ ΤΙΣ ΞΑΝΑΖΗΣΟΥΜΕ,
ΕΣΤΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΟΝΟ ΦΟΡΑ… ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ.

Και τότε βαθιά μέσα μου άναψε πάλι μια μικρή φλόγα, μια κάψα, μια λαχτάρα για όλα όσα είχα στερηθεί πολύ καιρό από τον σύζυγό μου..

(συνεχίζεται….)

4.24.2007

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Καλοί μου φίλοι,

Το Σάββατο 28 Απριλίου θα διαβώ το κατώφλι της εκκλησιάς μαζί με τον πάπιο, ξεκινώντας έτσι ένα νέο κεφάλαιο στη δική μου ζωή.

Θέλω μέσα από την καρδιά μου να σας ευχαριστήσω ΟΛΟΥΣ για τα καλά σας λόγια και για τις πολύτιμες ευχές.

Οι φίλοι είναι πολύτιμοι. Και ειδικά οι φίλοι που επιλέγουν να είναι φίλοι κάποιου που στην ουσία δεν γνωρίζουν, είναι ιδιαίτερα ξεχωριστοί.

Ο γλυκός Ασκαρδαμυκτί έκανε πάλι το θαύμα του, με ένα πολύ πρωτότυπο δώρο στο οποίο συμμετείχατε όλοι σας με τα σχόλιά σας.

Με συγκινήσατε!

Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, σας φιλώ πολύ και σας εύχομαι.... και στα δικά σας!!!

Anima Rana

Υ.Γ. .... Για δείτε λίγο πιο κάτω το νέο επεισόδιο "Βάλια". Για να μην μου παραπονιέστε βρε!

ΒΑΛΙΑ - μέρος 6ο

«Η Μαρίνα με παράτησε για το Στέφανό σου. Με παράτησε για πάντα…. για πάντα…. για πάντα….»

Ξυπνούσα τη νύχτα από εφιάλτες απίστευτους! Είχα χάσει πια τον ύπνο μου και δεν είχα πια όρεξη ούτε για φαγητό, ούτε για δουλειά, ούτε για διασκέδαση.

Τα πρωινά πήγαινα στη δουλειά με κλειστό το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο. Στο γραφείο έπινα μόνο καφέ και δεν έτρωγα τίποτα. Στο σπίτι αντικαθιστούσα τον καφέ με τη βότκα-λεμόνι.

Κι έτσι, περνούσε ο καιρός….

Ο Στέφανος δεν απάντησε ποτέ πια στο τηλέφωνο. Το κινητό του ήταν μονίμως κλειστό ενώ μετά από λίγο καιρό πρέπει να άλλαξε και τον αριθμό του σταθερού του τηλεφώνου γιατί όταν τηλεφωνούσα το μόνο που άκουγα ήταν ένα αυτόματο μήνυμα ότι ο αριθμός που καλώ δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή.

Ο Βασίλης το είχε πάρει πολύ πιο ψύχραιμα από εμένα και μου είχε κάνει εντύπωση. Την πρώτη εβδομάδα ήταν αμίλητος και σπανίως μου μιλούσε ή με κοιτούσε στα μάτια. Τη δεύτερη εβδομάδα όμως άρχισε να ανεβαίνει ψυχολογικά και κάθε μέρα που περνούσε ήταν όλο και καλύτερα.

Έξι μήνες μετά, ο Βασιλάκης είχε γίνει όπως πριν. Λες και η αποχώρηση της Μαρίνας του είχε κάνει καλό τελικά.

Δυστυχώς τα πράγματα δεν ήταν το ίδιο καλά και για μένα.

Έξι μήνες μετά, εγώ συνέχιζα να πηγαίνω στη δουλειά με κλειστό το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο, να πίνω σκέτο καφέ, να μην τρώω σχεδόν τίποτα και στο σπίτι να τσιμπάω λίγο και να πνίγω την στεναχώρια μου στη βότκα.

Μία Παρασκευή απόγευμα μετά τη δουλειά ο Βασίλης μου ζήτησε να μιλήσουμε.

«Τι θα γίνει Βάλια? Θα είσαι για πολύ καιρό έτσι?»

«Γιατί, ενοχλώ κανέναν? Την δουλειά μου δεν την κάνω σωστά? Τι πρόβλημα υπάρχει?»

«Κανένα πρόβλημα στη δουλειά, αλλά μου λείπει το φιλαράκι μου. Θες να πάμε για φαγητό το βράδυ να ξεχαστούμε?»

Είχα να βγω έξω από εκείνη τη φορά που είχαμε βγει οι τέσσερίς μας. Σάστισα για λίγο, δίστασα να απαντήσω, αλλά κοιτώντας το πλατύ χαμόγελό του χαμογέλασα κι εγώ ελαφρά και δέχτηκα.

Μετά τη δουλειά πήγαμε σε ένα μικρό αλλά ζεστό ταβερνάκι για φαγητό. Ήταν πολύ ωραία και πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό ένιωσα πιο ήρεμη και πιο χαλαρή.

Ο Βασίλης είχε αυτό το χάρισμα. Να κάνει μια γυναίκα να μην νιώθει ότι πολιορκείται από κάποιον αδίστακτο κατακτητή άντρα. Όταν ήμουν μαζί του ένιωθα σαν να ήμουν με τον μεγάλο μου αδελφό. Πολλές φορές είχα σκεφτεί ότι αν είχα αδερφό, θα ήταν κάποιος σαν τον Βασίλη.

Πέρασα όμορφα.

Την επόμενη Παρασκευή μού πρότεινε να πάμε πάλι για φαγητό μετά τη δουλειά. Και είπα ναι.

Την μεθεπόμενη μού είπε να πάμε σινεμά και μετά για φαγητό. Και πάλι είπα ναι.

Δύο μήνες γινόταν αυτή η ιστορία. Κάθε Παρασκευή βγαίναμε για φαγητό, σινεμά, θέατρο ή απλώς για μια έκθεση βιβλίου ας πούμε.

Μια Παρασκευή βγήκαμε για ποτό.

Την άλλη μέρα ξύπνησα κοιτώντας γύρω μου σαν χαμένη. Μια σωμόν κουρτίνα ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκρισα. Δύο γκραβουρίτσες στον λευκό τοίχο… ένα χαριτωμένο πορτατίφ… λευκά σεντόνια με πορτοκαλί ρίγες… ο Βασίλης ξαπλωμένος δίπλα μου να κοιμάται…

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΞΑΠΛΩΜΕΝΟΣ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ ΝΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ?????

Πετάχτηκα σαν την τρελλή! Πετάχτηκε κι αυτός πανικόβλητος στον ύπνο του.

Ε ναι, ήταν πλέον γεγονός. Πιο χάλια δεν μπορούσα να τα κάνω. Είχα κάνει αυτό που δεν έπρεπε να κάνω. Κοιμήθηκα με τον προϊστάμενό μου.

Ένιωσα απαίσια, δεν ήξερα πού να κρυφτώ. Είχα ντραπεί τόσο πολύ.

Αυτός ήταν αμίλητος και ξαφνιασμένος.

«Έγινε αυτό που νομίζω ότι έγινε?» με ρώτησε

«Μάλλον. Σάμπως θυμάμαι?» απάντησα εγώ

Σηκώθηκε πρώτος και μπήκε στο μπάνιο να κάνει ένα ντους. Αφού τελείωσε μπήκα κι εγώ.

Φάγαμε μαζί πρωινό. Το σπίτι του ήταν πολύ περιποιημένο. Σίγουρα πρέπει να μπαινόβγαινε κάποια γυναίκα εκεί μέσα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω αλλιώς τόσο γούστο…

Αφού τελειώσαμε το πρωινό μας, με κοίταξε πολύ σοβαρά, πήρε μια βαθιά ανάσα και μου είπε:

«Βάλια, εδώ και καιρό θέλω να σου πω κάτι. Και μάλλον ήρθε η ώρα. Ξέρεις ότι τόσα χρόνια είμαστε φίλοι, αλλά και συνεργάτες. Περάσαμε δύσκολες στιγμές, αλλά και όμορφες. Πάντα ήμουν κατά του γάμου, το ξέρω. Κι είχα σκοπό να συνεχίσω να είμαι. Όταν πέθανε η Λία, η μητέρα μου κατέρρευσε. Η Λία ήταν τελείως διαφορετική από εμένα, το ξέρεις, στα είχα πει και τότε. Ενώ εγώ… Εγώ έχω κάνει πολλά στη ζωή μου. Μη με βλέπεις έτσι σοβαρό και τυπικό. Έκανα πολλά. Ό,τι κι αν έκανα όμως, δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που κατάλαβα όταν χάσαμε τη Λία. Ότι ένα παιδί είναι αναντικατάστατο για έναν γονιό. Δεν θέλω μόνο μια σχέση και μια τρέλλα. Θέλω οικογένεια.

Γι’αυτό… Βάλια…. Θέλεις να παντρευτούμε??»

Έμεινα άφωνη! Το πρώτο που μου ‘ρθε στο μυαλό το ξεστόμισα. «Συγνώμη, γιατί δεν παντρευόσουν τη Μαρίνα τότε και την είχες τόσα χρόνια αστεφάνωτη?»

«Δεν θέλω να το συζητήσω. Το μόνο που έχω να σου πω είναι ότι εκείνη δεν ήθελε. Είτε το πιστεύεις, είτε όχι. Δεν ήθελε και με την πρώτη ευκαιρία έφυγε.»

Στάθηκα για λίγο αμίλητη και αναλογίστηκα πώς ήταν η ζωή μου μέχρι εκείνη τη στιγμή. Είχα παντρευτεί πριν πολλά χρόνια έναν όμορφο άντρα, μα πολύ γυναικά, που δεν δίστασε να πηδήξει την υποτιθέμενα καλύτερή μου φίλη και μάλιστα μες το σπίτι μας και να τους πιάσω και στα πράσα.

Μετά, πέρασα μια φάση κατάθλιψης, για να πέσω τελικά στην αγκαλιά του «μίστερ τέλειου» να ξετρελλαθώ με τις απολαυστικές στιγμές ηδονής, ρομαντισμού και συναισθήματος που μου προσέφερε.

Μέχρι που κι αυτός, όπως όλοι, μόλις βρήκε μια άλλη που πρόθυμα θα άνοιγε τα σκέλια της και θα του προσέφερε στο πιάτο μια νέα και λαχταριστή σαρκική εμπειρία, με παράτησε.

Καθήκια!

Στεκόμουν μπροστά σε έναν άνθρωπο που όλοι θα αποκαλούσαν «καλό παιδί». Με καλούς τρόπους, με ευαισθησίες και έξυπνο. Δεν ήταν αυτός που θα παρακαλούσα κάθε βράδυ να τρώει λαίμαργα το κορμί μου, αλλά ήταν αυτός που θα μπορούσα να εμπιστευτώ.

Και παντρευτήκαμε!

…………..


- «Ναι μητέρα. Ο,τι πείτε. Θα το κανονίσω εγώ, μην σας απασχολεί καθόλου»

-…..

- «Μα ναι. Ασφαλώς και θα κανονίσουμε με τον δικό σας γιατρό, μην ανησυχείτε. Ε… μητέρα, σας αφήνω τώρα γιατί μου χτυπάνε το κουδούνι. Αντίο»

κλάτς!

«Αι στο διάολο, μητέρα!» μονολόγησα.

Η μάνα του Βασίλη ήταν κάτι παραπάνω από φορτική. Μου είχε σπάσει τα νεύρα. Όλο υποδείξεις, όλο παρατηρήσεις και όλο σχόλια ήταν. Της την είχε δώσει πολύ στα νεύρα που για μένα ήταν δεύτερος γάμος ενώ για το βλαστάρι της ήταν ο πρώτος. Είχε την απαίτηση να την αποκαλώ «μητέρα», πράγμα που φυσικά εγώ σπανίως έκανα, κι όταν το έκανα, είχα πάντα ειρωνικό ύφος. Όχι μόνο επειδή δεν το ένιωθα, αλλά επειδή ήθελα και να της την σπάσω με το ύφος μου!

Ήμασταν παντρεμένοι ήδη ενάμιση χρόνο. Στη δουλειά είχα πάρει μετάθεση σε κάποιο άλλο τμήμα, γιατί δεν επιτρεπόταν να δουλεύουν συγγενείς στον ίδιο χώρο.

Δεν μου άρεσε πολύ η δουλειά που έκανα. Ήταν βαρετή και δίχως το ενδιαφέρον που είχε η προηγούμενη θέση μου, αλλά επέλεξα να είμαι εγώ αυτή που θα φύγει, για να ευχαριστήσω τον Βασίλη.

Ενάμιση χρόνο μετά, ο γάμος μας είχε ήδη γίνει μια ρουτίνα. Το πρωί πηγαίναμε μαζί στη δουλειά. Εγώ τελείωνα πάντα πρώτη, γύριζα σπίτι και μαγείρευα και μετά από κανένα δίωρο γύριζε κι ο Βασίλης κουρασμένος. Τρώγαμε, αυτός ξάπλωνε λίγο, εγώ έκανα δουλειές στο σπίτι και όταν ξυπνούσε πίναμε καφέ.

Το βράδυ τρώγαμε στις 9 και μετά βλέπαμε λίγο τηλεόραση. Στις 11 το πολύ έπρεπε να πέσουμε για ύπνο και ούτε συζήτηση για λίγο ποτό. Είχαμε μόνο ένα μπουκάλι ουίσκι και μερικά μπουκάλια κρασί. Το κρασί ήταν το μόνο που μου «επιτρεπόταν» να πιω. Η βότκα δεν έμπαινε στο σπίτι μας. Βλέπετε η … «μητέρα» ισχυριζόταν ότι το ποτό ήταν ο λόγος που εγώ δεν καταφέρνω να τους κάνω ένα εγγόνι και κάθε τρεις και λίγο μού έδινε τηλέφωνα ειδικών γιατρών για να λύσω το πρόβλημά μου. Γιατί βέβαια, εγώ αποκλειστικά έφταιγα. Όχι το γεγονός ότι για να κάνουμε έρωτα με το γιο της έπρεπε να κλείσω ραντεβού δυο βδομάδες νωρίτερα… Κι όποτε κάναμε, ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο και σύντομο.

Κάθε Πέμπτη ο Βασίλης πήγαινε στις συναντήσεις κάποιας συμβουλευτικής ομάδας. Από τότε που είχε πεθάνει η αδερφή του, είχε ξεκινήσει τις συνεδρίες, αλλά τώρα πια, ήταν αυτός που συμβούλευε τους άλλους πώς να παλέψουν με την κατάθλιψη.

Τις Πέμπτες εγώ πήγαινα στο γυμναστήριο για να βγάλω όλη την αρνητική ενέργεια που με κυρίευε. Ένιωθα πνιγμένη, σκασμένη και μίζερη.

Μια Πέμπτη λοιπόν, μια κοπέλα που είχα γνωρίσει στο γυμναστήριο, η Μαρία, μου πρότεινε να πάμε για καφέ στην περιοχή της. Εκείνη έμενε μακριά από εμένα, αλλά η δουλειά της ήταν δίπλα στο γυμναστήριο, γι’ αυτό τη βόλευε. Με πήρε με το αυτοκίνητό της και πήγαμε για καφέ σε μια ωραία καφετέρια κοντά στο δικό της σπίτι.

Αρχίσαμε το κουτσομπολιό και η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε. Ήμουν ασυνόδευτη, οπότε μπορούσα να πιω και καμιά βοτκίτσα. Ήπια δύο και όταν είδα τι ώρα ήταν, της είπα ότι έπρεπε να φύγω. Πλήρωσα τον καφέ της και τα ποτά μου και φύγαμε.

«Μαρία, σ’ευχαριστώ πολύ. Πέρασα πολύ ωραία. Ξεχάστηκα λίγο και χαλάρωσα!»

«Αχ, κι εγώ πέρασα πολύ ωραία Βάλια. Να το ξανακάνουμε. Ελα τώρα να σε πάω μέχρι κάποιο σημείο με το αυτοκίνητο»

«Όχι, όχι, δεν χρειάζεται. Θέλω να περπατήσω λίγο. Να, θα περπατήσω μέχρι τη στάση του μετρό. Δεν είναι μακριά. Καληνύχτα και πάλι σ’ευχαριστώ»

Και τότε η μίζερη και βαρετή ζωή μου, αποφάσισε πάλι να αλλάξει.

Περπατούσα αργά και χαλαρά, ζαλισμένη λίγο από τις δύο βότκες – μιας που πλέον τις είχα ξεσυνηθίσει. Καθώς πλησίαζα στην στάση ο κόσμος πλήθαινε. Περπατούσαν όλοι βιαστικά στον κεντρικό αυτό δρόμο. Μέσα στο χαλαρό μου μυαλό μπορούσα να ακούσω τις ομιλίες τους, διάφορες λέξεις διάσπαρτες που όλες μαζί δεν έβγαζαν νόημα, αλλά για τον κάθε έναν άνθρωπο ξεχωριστά ήταν μια σκέψη, μια συζήτηση, μια ευχή… Αχ! Μέσα σ’όλες αυτές τις ανάκατες λέξεις, μέσα στο πλήθος μού φάνηκε ότι άκουσα και το όνομά μου. Τι παράξενο τελικά. Μέσα στην οχλαγωγία να νιώθεις ότι κάποιος σε φωνάζει. Βάλια… Βάλια… Βάλια…

«Βάλιααα!»

Γύρισα απότομα και τρομαγμένη. Μια φιγούρα ερχόταν τρέχοντας από μακριά σαν κυνηγημένη. Περνούσε ανάμεσα στο πλήθος, έσπρωχνε, σκόνταφτε, μα συνέχιζε να τρέχει προς το μέρος μου.

«ΒΑΛΙΑΑΑ!!!!»

Προσπαθούσα να καταλάβω ποιος ήταν. Είχε αρχίσει να νυχτώνει και δεν έβλεπα πολύ καθαρά.

«Σταμάταααα! Περίμενε, Βάλιααα!»

Η φιγούρα άρχισε να πλησιάζει αρκετά κι εγώ είχα σταματήσει στη μέση του δρόμου και περίμενα κοιτώντας με απορία…

Μαρμάρωσα. Πάγωσα. Κέρωσα.

Ήταν αυτός! Ήταν ο Στέφανος! Ο Στέφανος κατακόκκινος, ιδρωμένος, με βλέμμα γεμάτο απελπισία και, πάνω απ’ όλα, βουρκωμένος!

Σταμάτησε λαχανιασμένος μπροστά μου.

«Βάλια μου, αγάπη μου, σε βρήκα!»




(συνεχίζεται….)

4.17.2007

ΒΑΛΙΑ - μέρος 5ο

Ήταν μια ζεστή βραδιά και όλοι ήμασταν ακριβώς στην ώρα μας.

Από μακριά είδα τον Βασίλη και τη Μαρίνα και τους χαιρέτησα χαμογελαστή κουνώντας σαν μικρό παιδί το χέρι μου.

Συναντηθήκαμε μπροστά στην είσοδο του εστιατορίου. Η Μαρίνα μου χαμογέλασε ζεστά κι έριξε μια γρήγορη ματιά στον Στέφανο. Ο Βασίλης είχε το σοβαρό του και καλησπέρισε χωρίς πολλά-πολλά. Τους σύστησα και μπήκαμε στο εστιατόριο….

Σας έχει συμβεί κάποια στιγμή της ζωής σας να θυμηθείτε ένα γεγονός του παρελθόντος και να συνειδητοποιήσετε ότι το συγκεκριμένο γεγονός στην ουσία ήταν μια αποκάλυψη της γυμνής αλήθειας, μα εσείς, τυφλοί, δεν μπορέσατε να την δείτε εγκαίρως?...

Σας έχει συμβεί να χτυπάτε το κεφάλι σας στον τοίχο λέγοντας «μα τι βλάκας ήμουν, δεν έβλεπα τι γινόταν μπροστά στα μάτια μου»?...

Εμένα ναι, μου συνέβη. Τώρα, μετά από καιρό πια, μπορώ να τα θυμάμαι και να τα διηγούμαι. Αλλά τότε έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου…

Η βραδιά μας κύλησε ήρεμα. Εγώ καθόμουν απέναντι από τον Βασίλη κι η Μαρίνα απέναντι από τον Στέφανο. Για κάποιο ανεξήγητο, τότε, λόγο μου είχε φανεί ότι η Μαρίνα είχε επιδιώξει να καθήσουμε κατά αυτόν τον τρόπο.

Δόξα τω Θεώ, ηλίθια δεν ήμουν. Την είχα δει πώς κοιτούσε στα πεταχτά τον Στέφανο, αλλά έκανα πως δεν έδινα σημασία. Στο κάτω-κάτω ίσως να ζήλευε που ο Βασίλης μού είχε τόση αδυναμία τελικά.

Εκείνη δεν ήταν εντυπωσιακή. Ήταν όμως καλλιεργημένη και χαριτωμένη μπορώ να πω. Ταίριαζε με τον Βασίλη, μιας που ούτε αυτός ήταν ο άντρας που όλες οι γυναίκες θα ποθούσαν στο κρεββάτι τους. Προφανώς είχε βρει ο ένας στο πρόσωπο του άλλου το ιδανικό ταίρι, γιατί αλλιώς δεν μπορούσα να εξηγήσω το γεγονός ότι ήταν μαζί τόσα χρόνια, συζούσαν, αλλά δεν ήθελαν να παντρευτούν.

Στη διάρκεια του δείπνου μιλήσαμε για τις δουλειές μας, τα ενδιαφέροντά μας, για τον κινηματογράφο, τα βιβλία, τη μουσική και, φυσικά, το φαγητό, μιας που το εστιατόριο που είχε διαλέξει ο Στέφανος ήταν πραγματικά μια άριστη επιλογή.

«Αλήθεια» του είπε η Μαρίνα με λίγο νάζι και κοιτώντας τον στα μάτια «έρχεστε συχνά σε τόσο όμορφα εστιατόρια? Είσαι ένας μπον-βιβέρ Στέφανε?». Εκείνος χαμογέλασε γοητευτικά και της απάντησε «πάντα..». Εγώ έριξα μια ματιά στον Βασίλη κι αυτός σε εμένα.

Κάποια στιγμή, ενώ μιλούσαμε για μια έκθεση φωτογραφίας που ήθελε ο Στέφανος να πάμε, η Μαρίνα πάλι άλλαξε θέμα συζήτησης και ρώτησε ευθέως «Θα παντρευτείτε?». Αμέσως ο Βασίλης την αγριοκοίταξε και της είπε «Μαρίνα!»

«Γιατί..’Μαρίνα’ Βασίλη? Πειράζει που τα ρωτάω τα παιδιά?»

«Κάνεις αδιάκριτες ερωτήσεις και δεν είναι του τύπου σου»

«Δεν νομίζω να με παρεξήγησε η Βάλια. Ε, Βάλια?»

Εγώ, ξεροκαταπίνοντας, αποκρίθηκα «Όχι, αλλοίμονο, απλά, να, εμείς είμαστε πολύ λίγο καιρό μαζί και ούτε καν έχει περάσει από το μυαλό μας κάτι τέτοιο»

Και τότε με διέκοψε ο Στέφανος όμως για να της πει με ένα πλατύ χαμόγελο «Είμαι κατά του γάμου!»

Επικράτησε σιγή στο τραπέζι. Δεν είχα συζητήσει ποτέ με τον Στέφανο το κεφάλαιο ‘γάμος’ γιατί θεωρούσα ότι ήταν πάρα πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο. Αλλά το να ακούω από τα χείλη του αυτή τη φράση και μάλιστα χαμογελαστά, με πείραξε.

«Ώστε κι εσύ κατά του γάμου, ε?» συνέχισε η Μαρίνα. «Καλή διασκέδαση Βάλια!» μου είπε πονηρά.

Ο Βασίλης εξοργίστηκε. «Μπορείς να μου πεις τι παριστάνεις τώρα?»

«Ηρεμήστε, ηρεμήστε» διέκοψα εγώ. «Δεν έγινε και τίποτα Βασίλη, συζήτηση κάνουμε, προς Θεού, δεν θα μαλώσουμε κιόλας»

Αν εξαιρέσει κανείς αυτή τη μικρή σεισμική δόνηση, η υπόλοιπη βραδιά κύλησε ομαλά και όμορφα.

Η Μαρίνα συνέχισε να είναι ο αρχηγός στις συζητήσεις και αυτό ομολογώ ότι με ενόχλησε. Ό,τι και να συζητούσαμε, εκείνη φρόντιζε να επεμβαίνει και να κάνει ερωτήσεις πότε στον έναν και πότε στον άλλον. Ήταν ψυχολόγος στο επάγγελμα, αλλά χωρίς να το καταλάβει γινόταν κουραστική στην παρέα, γιατί οτιδήποτε τολμούσε να πει κανείς, εκείνη έπρεπε να το αναλύσει και να το ερμηνεύσει επιστημονικά.

Ερωτήσεις όπως «και ποιός είπαμε ότι είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας?» ή «ώστε προτιμάς τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και όχι τις έγχρωμες?» και «εσύ, μια καλλιτεχνική ψυχή, πώς και έγινες μαθηματικός?» έχαναν το φιλικό χαρακτήρα τους και αποκτούσαν έναν άλλον, πιο καχύποπτο, πιο πονηρό.

Κάτι δεν μου πήγαινε καλά.

Κάτι δεν μου πήγαινε καθόλου καλά…..

Την άλλη μέρα ήμουν στη δουλειά στην ώρα μου. Ετοίμασα τον καφέ μου όπως πάντα και άρχισα τη δουλειά μου. Μόνο όταν η ώρα πήγε 8.45 άρχισα να ανησυχώ για τον Βασίλη. Τόσα χρόνια τον ήξερα, δεν είχε αργήσει ποτέ. Του τηλεφώνησα στο κινητό του τηλέφωνο.

«Παρακαλώ?»

«Βασίλη, η Βάλια είμαι, καλημέρα»

«Καλημέρα Βάλια, ανεβαίνω» είπε και μου το’κλεισε.

Όταν τον είδα μού φάνηκε διαφορετικός. «Είσαι καλά?» τον ρώτησα. «Μια χαρά» μού απάντησε και για όλη την υπόλοιπη μέρα δεν μου μίλησε σχεδόν καθόλου.

Ο δε Στέφανος είχε κλειστό το δικό του κινητό και μου τηλεφώνησε κατά τις 12 το μεσημέρι να μου πει να βρεθούμε το απόγευμα για καφέ.

«Πού είσαι όλο το πρωί? Σου έκανα πέντε κλήσεις, δεν τις είδες?» είπα λίγο εκνευρισμένη.

«Άργησα να σηκωθώ αγάπη μου και πήγα κατ’ευθείαν στο φροντιστήριο για μάθημα. Τώρα μπόρεσα να ξεκλέψω λίγα λεπτά για να σου μιλήσω»

Κι όμως, κάτι δεν μου πήγαινε καλά….

Τις επόμενες τρεις μέρες ήμουν πολύ μπερδεμένη. Ο Βασίλης ερχόταν με ένα παράξενο ύφος στη δουλειά και, αν δεν κάνω λάθος, δεν μιλούσε με τη Μαρίνα στο τηλέφωνο καθόλου. Ο Στέφανος είχε πολλή δουλειά και δεν είχα πάει καθόλου από το διαμέρισμά του.

Την Παρασκευή όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο, είπα να του ανάψω λίγο τα αίματα.

«Σήμερα τι ώρα να έρθω μωρό μου? Τη γνωστή? Μου έχεις λείψει και σε θέλω! Τι κολπάκια θα μου κάνεις σήμερα μωρό μου?»

Και τότε, έγινε το πρώτο σοβαρό.

«Αγάπη μου, να έρθεις καλύτερα αύριο το πρωί? Είμαι ένα πτώμα από όλη τη βδομάδα και θέλω σήμερα να γυρίσω σπίτι, να φάω και να κοιμηθώ»

Πήγα το Σάββατο το πρωί. Ήταν ξύπνιος κι έπινε καφέ. Μαγειρέψαμε, φάγαμε, κοιμηθήκαμε, το βράδυ βγήκαμε για ποτό και μετά όταν γυρίσαμε σπίτι τον στρίμωξα γιατί ήθελα να τον νιώσω μέσα μου σαν τρελλή.

Κάναμε σεξ! Κάναμε άγριο σέξ, μα όχι έρωτα. Ήταν το ίδιο δυνατό και πρόστυχο όπως τις άλλες φορές, αλλά κάτι έλειπε.

Δεν του είπα τίποτα γιατί δεν ήθελα πρώτα να δω αν θα συνεχιστεί αυτό για πολύ.

Αυτό συνεχίστηκε για τρεις εβδομάδες. Εγώ σταμάτησα να πηγαίνω από τις Παρασκευές, αυτός σταμάτησε να μου κάνει έρωτα, μα απλώς με πηδούσε, ενώ ο Βασίλης μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο σοβαρός.

Μέχρι που μία Παρασκευή ο Στέφανος μού ζήτησε να μην πάω καθόλου για το Σαββατοκύριακο. Ρώτησα γιατί, μα μου είπε ότι θέλει να ξεκουραστεί γιατί προετοιμάζει τους μαθητές του για εξετάσεις.

Ολο το Σαββατοκύριακο είχε κλειστό το κινητό του. Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι. Του είχα στείλει γύρω στα είκοσι μηνύματα και είχα κάνει πάνω από τριάντα κλήσεις χωρίς αποτέλεσμα.

Τη Δευτέρα το πρωί, πήγα στη δουλειά 8.25 και βρήκα τον Βασίλη εκεί. Βρήκα τον Βασίλη κουρέλι κι έτρεξα προς το μέρος του.

«Βασίλη? Τι έχεις? Τι συμβαίνει? Εγινε κάτι? Μίλησέ μου!»

Αυτός με κοιτούσε κλαμμένος και δεν είχε δύναμη ούτε να μου μιλήσει. Είχα να τον δω έτσι από τότε που είχε πεθάνει η αδερφή του.

«Βασίλη, πες μου παιδί μου, τι έγινε? Με τρομάζεις!»

Και τότε ο Βασίλης με αγκάλιασε και κλαίγοντας γοερά μου είπε:

«Συγχώρεσέ με Βάλια. Συγχώρεσέ με..»

«Γιατί να σε συγχωρέσω? Εκανες κάτι? Πες μου!»

«Με παράτησε, Βάλια. Με παράτησε. Η Μαρίνα με παράτησε για πάντα. Η Μαρίνα, ναι, η Μαρίνα μου με παράτησε για.... για να φύγει με τον Στέφανό σου!!!»

(συνεχίζεται…)

4.02.2007

ΒΑΛΙΑ - μέρος 4ο

Είχαν περάσει τρεις μήνες από εκείνη την ημέρα που τσακώθηκα άσχημα με τον Βασίλη.

Δεν το ξέχασα ποτέ εκείνο το πρωινό. Μέχρι σήμερα το θυμάμαι και βρίζω τον εαυτό μου που ήμουν τόσο τυφλή και δεν έβλεπα αυτά που ήταν κάτω από τη μύτη μου.

Εκείνο το πρωί μας άκουσε όλη η εταιρία. Ανταλλάξαμε πολύ βαριές κουβέντες και στο τέλος εγώ κατέληξα στην τουαλέτα κλαίγοντας ενώ ο Βασίλης πήρε το σακάκι του και, μονολογώντας δυνατά «δεν κάθομαι λεπτό παραπάνω σ’αυτό το μπουρδέλο», έφυγε κοπανώντας με δύναμη την πόρτα πίσω του. Εκείνη την ημέρα δούλεψα μέχρι τις 11 το βράδυ γιατί, χωρίς το Βασίλη και με τα όσα είχαν προηγηθεί, η δουλειά έμεινε πολύ πίσω. Ανά διαστήματα με έπιαναν τα κλάματα και μου ‘ρχόταν να ετοιμάσω την παραίτησή μου και να του την αφήσω στο γραφείο του ώστε να την βρει το επόμενο πρωί. Τον μισούσα. Τόσα χρόνια ήμασταν οι καλύτεροι συνεργάτες, οι καλύτεροι φίλοι και όλα αυτά τα είχε τινάξει στον αέρα.

Δεν λέω, είχε δίκιο. Είχα αργήσει αφάνταστα εκείνο το πρωί. Αλλά τόση οργή? Τόσο μίσος? Με το που με είδε άρχισε να ουρλιάζει, να φωνάζει μες τα μούτρα μου. «Έχεις τρελλαθεί τελείως? Τι το πέρασες εδώ? Το μπακάλικο του μπαμπά σου, να έρχεσαι και να φεύγεις όποτε γουστάρεις? Ποια νομίζεις ότι είσαι? Ένα τίποτα είσαι εδώ μέσα. Είσαι αυτό που λέω ΕΓΩ ότι είσαι. Χτες έλεγα ότι είσαι αστέρι, σήμερα λέω ότι είσαι σκατά! Τ’ ακούς κορίτσι μου? ΣΚΑΤΑ!!!!»

Άρχισα κι εγώ τότε να φωνάζω. Και τι δεν του είπα. Ότι είναι απαίσιος, ότι είναι κομπλεξικός, ότι είναι τούβλο με δώδεκα τρύπες, ότι είναι ανάγωγος και βλάκας και αν νομίζει ότι η εταιρία του έχει δώσει το δικαίωμα να μιλάει μ’αυτόν τον τρόπο, είναι βαθιά νυχτωμένος. Ότι τόσα χρόνια δεν είχα δώσει κανένα δικαίωμα και ότι μια ζωή ανεχόμουν τις ηλίθιες παραξενιές του, τις βλακώδεις παρατηρήσεις του, τα άνοστα αστεία του και τους βαρετούς καφέδες μετά τη δουλειά μαζί του. Ότι σκατά ήμουν τόσο καιρό που δεν του έλεγα κατάμουτρα πόσο κουραστικός και βαρετός είναι, αλλά σεβόμουν ότι ήταν παλιότερος, ότι είχε μεγαλύτερη θέση και ότι ήταν καταθλιπτικός από τότε που πέθανε η αδερφή του.

Με κοίταξε για τρία δευτερόλεπτα, έσφιξε τα δόντια και μου ‘πε «είσαι μεγάλη πουτάνα». Τότε εγώ έτρεξα στην τουαλέτα κι έβαλα τα κλάματα. Όταν επέστρεψα στο γραφείο μου έτοιμη να του πω ότι παραιτούμαι, έμαθα ότι είχε φύγει βρίζοντας.

Πέρασαν τρεις μήνες από τότε και, ενώ δεν παραιτήθηκα, τα πράγματα μεταξύ μας είχαν γίνει πολύ δύσκολα. Μιλούσαμε ελάχιστα μες την ημέρα και αποκλειστικά και μόνο για υπηρεσιακά ζητήματα. Δεν αργούσα ούτε μισό λεπτό το πρωί κι όταν έπρεπε να καθήσω υπερωρία, δεν με ρωτούσε αν μπορώ, απλά μου το ανακοίνωνε.

Το παράξενο ήταν ότι η απόδοση και των δύο μας συνέχιζε να είναι πάρα πολύ καλή και ο διευθυντής μας στην ουσία δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα γιατί όλα λειτουργούσαν στην εντέλεια στο τμήμα μας.

Μέσα σ’αυτή τη δύσκολη κατάσταση, ο μόνος που με βοηθούσε να ξεχαστώ ήταν ο Στέφανος. Αχ.. ο Στέφανος!

Ήμασταν πλέον ζευγάρι. Τρεις μήνες πια μαζί. Την ημέρα του καυγά μου με τον Βασίλη, μιλήσαμε δυόμισι ώρες στο τηλέφωνο με τον Στέφανο. Εγώ έκλαιγα κι αυτός με παρηγορούσε και με συμβούλευε να ηρεμήσω και, πάνω απ’ όλα, να μην παραιτηθώ. Ήταν τόσο καλός μαζί μου. Μετά από μερικές μέρες ξαναβρεθήκαμε, πήγαμε πρώτα για ένα ποτάκι, για δύο ποτάκια, για τρια ποτάκια και μετά στο σπίτι του.

Εκεί, ήπιαμε το τέταρτο ποτάκι και μετά έζησα επιτέλους τον έρωτα. Τον έρωτα έτσι όπως δεν τον είχα ξαναζήσει με κανέναν από τους προηγούμενους δεσμούς μου. Ήταν απίστευτος, ήταν γεμάτος ένταση και αισθησιασμό. Με άρπαξε από τη μέση και με φίλησε με πάθος στα χείλη. Φιλιόμασταν δεν ξέρω κι εγώ για πόση ώρα, γιατί ο χρόνος σταμάτησε για μένα εκείνη τη στιγμή. Φιλώντας με, με οδήγησε στο υπνοδωμάτιό του. Εκεί μου ξεκούμπωσε σαν τρελλός το πουκάμισο ενώ εγώ του τραβούσα με μανία το κοντομάνικο μπλουζάκι του. Με πέταξε στο κρεββάτι και όρμησε πάνω μου. Ήταν απίστευτος!

Δεν θυμάμαι πότε αποχωρίστηκα την φούστα μου και το καλσόν μου, θυμάμαι με τι λαχτάρα τα στήθη μου βγήκαν από το σουτιέν τους λες και είχαν δική τους θέληση, λες και τον έψαχναν απεγνωσμένα. Θυμάμαι με τι λαιμαργία τα ρούφηξε και τα έκανε να ξανανιώσουν επιθυμητά και ερεθισμένα. Θυμάμαι τη μυρωδιά του παντού στο σώμα μου, να με φιλάει, να με δαγκώνει, να με γλύφει παντού σαν τρελλός, σαν μανιακός, σαν πεινασμένος. Ξαπλωμένη στο κρεββάτι, με τα χέρια μου να χαιδεύουν πότε την πλάτη του, πότε τα μαλλιά του και πότε τα στήθη μου, τον άφησα να ακολουθήσει το ένστικτό του, να κατέβει χαμηλά στο σώμα μου και να ικανοποιήσει τις ορέξεις του για έντονο σεξ. Τελείωσα ουρλιάζοντας από ηδονή, απόλαυση και λαγνεία. Με βούτηξε και ζήτησε με το βλέμμα να του ανταποδώσω την γενναιόδωρη προσφορά του. Εσκυψα και απολαύσαμε και οι δύο την δική μου λαιμαργία, που τόσο καιρό είχα μείνει «νηστική». Ετοιμος πια να «επιτεθεί» με ξαναπέταξε στο κρεββάτι και με ορμή μπήκε μέσα μου. Χάθηκα σ’έναν κόσμο αισθήσεων, χρωμάτων, αρωμάτων και ήχων. Δεν ήταν απλώς αυτά που κάναμε. Ήταν η πρωτόγνωρη ένταση που ένιωθα. Μια αύρα, ένα κύμα, μια αόρατη δύναμη. Όλα μέσα μου ταρακουνήθηκαν, σώμα και ψυχή. Τελείωσα πάλι ουρλιάζοντας από ηδονή….

Τρεις μήνες είχαν περάσει. Κάθε μέρα βλεπόμασταν, πότε έξω, πότε στο σπίτι του. Κάθε Παρασκευή βράδυ πήγαινα σπίτι του και μέναμε μαζί μέχρι την Δευτέρα το πρωί που έφευγα για τη δουλειά. Κάθε φορά που κάναμε έρωτα έχανα τα λογικά μου. Ισως επειδή τον είχα ερωτευτεί τόσο τρελλά, πάθαινα αυτή την ερωτική υστερία μαζί του. Δεν ξέρω. Ξέρω ότι τότε ήμουν σίγουρη ότι είχα βρει τον άντρα των ονείρων μου. Αυτόν που είναι κούκλος, γυμνασμένος, μορφωμένος, έξυπνος, ευαίσθητος και στο κρεββάτι ταύρος! Θα μπορούσα να ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου με έναν τέτοιο άντρα. Τα βράδια που κοιμόμουν σπίτι μου, μου έλειπε πολύ και έκανα όνειρα ότι μια μέρα θα μου ζητούσε να συγκατοικήσουμε και μια άλλη μέρα θα μου ζητούσε να τον παντρευτώ. Είχα καταντήσει σαν μια ερωτευμένη έφηβος.

Οσο για τη δουλειά… Είχα σταματήσει να την θεωρώ «παιδί μου». Συνέχιζα να είμαι υπάλληλος υψηλού επιπέδου και να δουλεύω σκληρά αλλά πλέον η πρώτη μου προτεραιότητα ήταν ο σύντροφός μου, ο αγαπημένος μου, ο κολλητός μου, το φιλαράκι μου, μα και ο εραστής μου, ο Στέφανος. Ο Στέφανος και τα μελί του μάτια, τα ξανθά του μαλλιά, η γλυκιά φωνή του, οι υπέροχες συζητήσεις μας και το ακόμα πιο υπέροχο και άγριο σεξ μας.

Τρεις μήνες πέρασαν. Εκείνη τη Δευτέρα λοιπόν είχα πάει με άλλη διάθεση στη δουλειά μου. Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είχα κάνει μια μεγάλη και πολύ σημαντική συζήτηση με τον Στέφανο. Με θέμα … τον Βασίλη. Μιλήσαμε με τις ώρες. Το εξαντλήσαμε το θέμα και καταλήξαμε κάπου.

Μπαίνοντας στο γραφείο, ο Βασίλης δεν είχε έρθει ακόμα. Η ώρα ήταν 8.25 και πήγα να βάλω έναν καφέ. Γυρίζοντας στη θέση μου, τον είδα. Είχε ήδη καθίσει και κοιτούσε κάτι χαρτιά.

«Καλημέρα» του είπα χαμογελώντας ελαφρά.
«Καλημέρα» μου απάντησε κοιτώντας τα χαρτιά του.

Κάθισα, άναψα τον υπολογιστή μου κι ήπια μια γουλιά καφέ.

«Συμβαίνει κάτι? Σε βλέπω προβληματισμένο» του είπα.

«Ναι ρε γαμώτο, θέλω να…» και σταμάτησε απότομα. «Εντάξει είμαι, σ’ ευχαριστώ» συμπλήρωσε.

Πήγα δίπλα του. Κάθισα ελαφρά πάνω στο γραφείο του. Αυτός σήκωσε το βλέμμα του και αυστηρά μου είπε «τι συμβαίνει? Έχω δουλειά, σε παρακαλώ, αν δεν σε πειράζει…»

«Με πειράζει», του απάντησα. «Θέλω να μιλήσουμε»

«Εχω δουλειά»

«Θα την δούμε μαζί τη δουλειά»

«Δεν γίνεται»

«Γίνεται. Αν θες εσύ, όλα γίνονται»

«Τι θες Βάλια?»

«Ωπα? Με φώναξες με το όνομά μου?»

Εμεινε για λίγο αμίλητος. Με κοιτούσε στα μάτια. Τον κοιτούσα κι εγώ. Ήταν τόσο καλούλης, τόσο γλυκούλης, τόσο φιλότιμος. Θυμήθηκα την κακία που του είχα πει πριν τρεις μήνες για την αδερφή του. Βούρκωσα.

«Βασίλη, συγνώμη..»

Αυτός μόλις με είδε να δακρύζω, γούρλωσε τα μάτια, σηκώθηκε πάνω και μου είπε «Πάμε στην αίθουσα συσκέψεων. Τώρα!»

Τον ακολούθησα. Μπήκαμε μέσα κι έκλεισε την πόρτα.

«Τι θες Βάλια?»

«Να γίνουμε φίλοι»

«Μπα? Για να σκυλοβαρεθείς πάλι μαζί μου?»

«Συγνώμη. Τι άλλο να σου πω? Μου είπες ότι είμαι σκατά για σένα. Τι ήθελες να σου πώ?»

«Δεν είπα ότι είσαι για μένα! Αυτό κατάλαβες?»

Εμένα με είχαν πάρει πλέον τα ζουμιά.
«Ναι, όχι για σένα, για την εταιρία. Τέλος πάντων, δεν θέλω να το συζητήσω. Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για όλα όσα σου είπα τότε. Δεν τα εννοούσα. Σε εκτιμώ αφάνταστα και μου λείπεις. Θέλω να γίνουμε πάλι αυτό που ήμασταν. Συγνώμη Βασίλη, συγνώμη, συγνώμη!» του είπα και πλέον ξέσπασα σε κλάματα.

Αυτός με αγκάλιασε σφιχτά και μου ‘πε «εγώ είμαι αυτός που σου χρωστάει μια συγνώμη. Εγώ το ξεκίνησα εκείνη τη μέρα. Επρεπε να φερθώ πολιτισμένα. Εγώ φέρθηκα σαν ζώον..»

Μείναμε αγκαλιασμένοι για λίγο. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη που τα βρήκαμε! Είχα πάλι τον κολλητό μου, τον συνεργάτη μου, το άλλο μου μισό!

«Ελα, σταμάτα το κλάμμα, μου λερώνεις το πουκάμισο!» είπε δήθεν αυστηρά.

Εγώ γέλασα. «Θες να βγουμε το βράδυ?» του είπα.

Σάστισε για λίγο. «Τι εννοείς?»

«Εσύ, η Μαρίνα, εγώ κι ο Στέφανος. Θες να βγούμε το βράδυ? Θέλει τόσο πολύ να σας γνωρίσει, σε παρακαλώ Βασίλη, θέλω τόσο πολύ να κάνουμε παρέα και…»

«Εντάξει, εντάξει, σταμάτα πια τη μουρμούρα. Θα τηλεφωνήσω στη Μαρίνα και αν δεν έχει κανονίσει κάτι άλλο, βγαίνουμε»

Τον αγκάλιασα σφιχτά. «Σ’ευχαριστώ, σ’ευχαριστώ, σ’ευχαριστώ!!» του είπα μες τη χαρά.

Γυρίσαμε στα γραφεία μας. Μέχρι το μεσημέρι τα είχαμε κανονίσει όλα. Η Μαρίνα αμέσως συμφώνησε να βρεθούμε. Είχε στεναχωρεθεί κι εκείνη από αυτήν την ιστορία. Ο δε Στέφανος, πρότεινε να κλείσει τραπέζι σε ένα καλό εστιατόριο και όλοι συμφωνήσαμε.

Έτσι, το ίδιο βράδυ, ο Βασίλης με τη Μαρίνα, ο Στέφανος κι εγώ βγήκαμε μαζί.

Και τότε άρχισαν όλα!

(συνεχίζεται…)

3.21.2007

ΒΑΛΙΑ - μέρος 3ο

Ο Στέφανος!

Ήταν υπέροχος!

Τα μαλλιά του, στεγνά, ήταν ακόμα πιο ανοιχτόχρωμα και τα μάτια του, το σούρουπο, ήταν ακόμα πιο γλυκά.

Του χαμογέλασα και του απάντησα λίγο αμήχανα «καλησπέρα».

Μπήκαμε στο μαγαζί, εντοπίσαμε ένα γωνιακό και ήσυχο τραπέζι και καθήσαμε.

Είχα πάρα πολλά χρόνια να βγω ένα κανονικό ραντεβού και δεν ήξερα τι να πω.

Η σερβιτόρα ήρθε και παραγγείλαμε. Εκείνος ένα ουίσκι με πάγο και εγώ μία βότκα-λεμόνι.

Μέχρι να έρθουν τα ποτά δεν έβγαζα άχνα. Μόνο τον κοιτούσα και πότε-πότε του χαμογελούσα. Αυτός πότε κοιτούσε εμένα και πότε τους γύρω του.

Κάποια στιγμή μου λέει «είμαστε πολύ κεφάτη παρέα, έχουμε ξεσηκώσει όλο το μαγαζί».

Γέλασα και απάντησα «ναι, ναι» και πάλι ένιωσα βλάκας που εξακολουθούσα να δίνω ξενέρωτες απαντήσεις στον άνθρωπο.

Τα ποτά ήρθαν. Είπαμε «στην υγειά μας και ήπιαμε».

Το πρώτο ποτό το τελειώσαμε πολύ γρήγορα. Εμ, βέβαια, αφού μιλούσαμε ελάχιστα, πίναμε. Ενδιάμεσα στις γουλιές μας εκείνος προσπαθούσε να με πλησιάσει.

Με ρώτησε αν είχα πολλή δουλειά και του είπα «ναι». Μετά με ρώτησε αν μένω μακριά και του είπα «όχι». Μετά με ρώτησε αν θα πάω πουθενά το Πάσχα και του είπα «μπα, δεν νομίζω». Ύστερα με ρώτησε αν ζω μόνη και πάλι του είπα «όχι». Σε κάθε μου απάντηση έστυβα το μυαλό μου για να μπορέσω να μιλήσω περισσότερο, μα οι λέξεις είχαν εξαφανιστεί…

Λίγο πριν τελειώσουμε τα ποτά μας, πήρα θάρρος και του ‘πα «θα παραγγείλουμε κι άλλο, σωστά? Γιατί μας βλέπω να πληρώνουμε και να φεύγουμε, με τόση λογοδιάρροια σήμερα».

Γέλασε και μου ‘πε «έχεις δίκιο Βάλια. Στέγνωσε το στόμα μου με τόση κουβέντα. Ας πιούμε».

Στο δεύτερο ποτό, χαλάρωσα λίγο. Πήρα την πρωτοβουλία κι άρχισα να του απαντάω πιο λεπτομερώς στις ερωτήσεις που μου είχε κάνει μισή ώρα νωρίτερα. Του είπα ότι είμαι κουρασμένη γιατί τα τελευταία χρόνια είμαι όλο δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά, του είπα με τι ακριβώς ασχολούμαι, πού μένω, γιατί μένω με τους γονείς μου και όχι μόνη μου, ότι το Πάσχα περιμένουμε συγγενείς από το εξωτερικό και γι’ αυτό δεν θα πάω πουθενά, ότι έχω κατοικίδιο και ότι είμαι χωρισμένη.

Εκεί που μιλούσα ασταμάτητα, πέρασε η σερβιτόρα και χωρίς να τον ρωτήσω της έκανα νόημα να φέρει άλλα δύο ποτά.

Ξαφνικά το μυαλό μου είχε γεμίσει ιδέες, γεγονότα, λέξεις, όνειρα, αναμνήσεις και όλα ήθελα εδώ και τώρα να τα πω, να τα βγάλω από μέσα μου, να τα μοιραστώ μαζί του. Μέσα σε τρεις ώρες, ο Στέφανος ήξερε τα πάντα για μένα, μέχρι τι ζώδιο είμαι, ποιο είναι το αγαπημένο μου χρώμα και τι άρωμα φοράω.

Ήμουν στο τέταρτο ποτό, όταν μου έκανε την τελευταία ερώτηση και ντράπηκα:

«Πίνεις πάντα τόσο, ή έτυχε σήμερα?»

Ξεροκατάπια. Έβαλα αμήχανα με το δεξί μου χέρι μια μικρή τούφα μαλλιά πίσω από το δεξί αυτί μου. «Το παράκανα, ε?» του είπα. «Με συγχωρείς, με την κουβέντα ξεχάστηκα».

«Δεν πειράζει» μου απάντησε. «Κι εγώ άλλα τόσα ήπια».

«Θέλεις να μου μιλήσεις λίγο για σένα?» είπα, αλλάζοντας λίγο συζήτηση.

Με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα κι άρχισε να μου μιλάει.

Ήταν μαθηματικός, εργαζόταν σε ένα φροντιστήριο κι έκανε και πολλά ιδιαίτερα μαθήματα. Στην ουσία, τα ιδιαίτερα μαθήματα ήταν το κυρίως εισόδημά του. Το φροντιστήριο δεν πλήρωνε καλά, αλλά τον ασφάλιζε, οπότε τον βόλευε να δουλεύει εκεί για τα ένσημα ενώ παράλληλα να κάνει ιδιαίτερα για τα λεφτά.

Ζούσε μόνος του, αλλά αρκετά κοντά στους γονείς του. Δεν είχε καλές σχέσεις με τις γυναίκες, γιατί του ανέβαζαν το αίμα στο κεφάλι με τα καπρίτσια τους, τις απαιτήσεις τους, τις υστερίες τους και τις ζήλιες τους. Γι’ αυτό λοιπόν ήταν μόνος του για αρκετό καιρό και σκόπευε να αναλώνεται μόνο σε αξιόλογες γυναίκες.

Η βραδιά πέρασε. Και η ώρα επίσης. Στο πέμπτο ποτό είπαμε και οι δυο στοπ. Πληρώσαμε και βγήκαμε από το μαγαζί. Δεν ήμασταν μεθυσμένοι, αλλά ήμασταν και οι δύο υπερβολικά κεφάτοι. Η ώρα είχε πάει 1 παρά 10. Εριξα μια ματιά στο ρολόι μου και πετάχτηκα. «Αμαν! Αύριο δουλεύω! Πω πω πω πω ! Φεύγουμε! Κουνήσου! Φεύγουμε!»

Μπήκαμε σ’ένα ταξί. Όταν φτάσαμε μπροστά στο σπίτι μου, μου έκλεισε γλυκά το μάτι και μου’πε «καληνύχτα κούκλα».

Τον κοίταξα λίγο αμήχανα, είπα «καληνύχτα» και βγήκα από το ταξί.

Την άλλη μέρα το πρωί το ξυπνητήρι χτυπούσε ασταμάτητα, μα δεν το άκουσα ποτέ.

Η μητέρα μου με ξύπνησε 8 η ώρα, πετάχτηκα στον αέρα και άρχισα να τρέχω.

Έφτασα στη δουλειά, αντί για 8.30, στις 9.15.

Ο Βασίλης με περίμενε κατακόκκινος και μόνο αφρούς δεν έβγαζε!

Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ τόσο πολύ θυμωμένο....

(συνεχίζεται...)

3.14.2007

ΒΑΛΙΑ - μέρος 2ο

Η ώρα ήταν 8 και 40 το πρωί. Μπήκα σαν σίφουνας στο γραφείο μου και πέταξα με δύναμη την τσάντα μου στο κάθισμά μου. Επαιρνα γρήγορες ανάσες για να ηρεμήσω.

«Καλώς την, καλημέρα. Πάλι μας πλάκωσε το πάπλωμα?» άκουσα τη γνώριμη φωνή να μου λέει.

Ήταν ο Βασίλης. Ο στενός μου συνεργάτης. Ήμασταν ένα αχτύπητο δίδυμο στη δουλειά. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον και οι δύο μαζί μπορούσαμε να κάνουμε θαύματα. Ποτέ δεν είχαμε ανταγωνιστεί ο ένας τον άλλον. Η συναδελφικότητά μας και η συνεργασία μας ήταν κάτι ξεχωριστό και αξιοθαύμαστο. Έξι χρόνια μαζί στη δουλειά, είχαμε γίνει και φίλοι. Στα εύκολα και στα δύσκολα στηρίξαμε ο ένας τον άλλον.

Στην πραγματικότητα ήταν προϊστάμενός μου, αλλά το είχαμε ξεχάσει και οι δύο αυτό. Το θυμόμασταν μόνο μια φορά το χρόνο, όταν έπρεπε εκείνος, ως προϊστάμενος, να μελετήσει την πορεία μου στην εταιρία για την περασμένη χρονιά και να αποφασίσει αν θα πάρω αύξηση και να κάνει την ανάλογη αναφορά στην Διεύθυνση.

Γνώρισα τον Βασίλη με το που προσλήφθηκα. Εκείνος είχε ήδη δύο χρόνια στην εταιρία και είχε ξεχωρίσει. Εξ’ άλλου ο Βασίλης είχε έρθει από άλλη εταιρία, με λαμπρή προϋπηρεσία. Ήταν πολύ εργατικός, μεθοδικός και ψύχραιμος. Ο αυξημένος όγκος της δουλειάς απαίτησε την απόκτηση άλλου ενός ατόμου, ως βοηθού του Βασίλη. Έτσι, εμφανίστηκα εγώ. Εγώ είχα ελάχιστη προϋπηρεσία, μόλις ένα χρόνο και ήμουν νιόπαντρη. Παρόλο που δεν είχα πολλές ελπίδες πρόσληψης – όχι λόγω μικρής προϋπηρεσίας αλλά λόγω γάμου – κατάφερα να υπογράψω μια εξάμηνη σύμβαση. Ο Βασίλης στο άκουσμα ότι ήμουν ήδη παντρεμένη, με κοίταξε με οίκτο, λες και είχα καταδικαστεί σε ισόβια φυλάκιση. Ήταν κατά του γάμου. Δεν είχε κι άδικο. Αυτό που του έκανε εντύπωση βέβαια ήταν ότι ούτε το πτυχίο μού έλειπε, ούτε οι τρεις ξένες γλώσσες, ούτε το παρουσιαστικό. Έτσι, συμφώνησε με τη σοφή κίνηση του διευθυντή να με προσλάβει.

Ο Βασίλης με εκπαίδευσε και με έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Εγώ κρεμόμουν απ’ τα χείλη του και απορροφούσα όλες τις πληροφορίες που μου έδινε για τη δουλειά. Δούλευα σκληρά, ασταμάτητα και υπερωριακά και του έκανε εντύπωση αυτό, μιας που ως νιόπαντρη θα έπρεπε να θέλω να είμαι με τον άντρα μου κι όχι με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου. Δεν είχε άδικο ούτε σ’ αυτό.

Τέλος πάντων, όταν η δουλειά αυξήθηκε κι άλλο, ο διευθυντής μας αποφάσισε να προσλάβει επιπλέον άτομα. Έτσι ο Βασίλης έγινε υπεύθυνος του χώρου, κι εγώ το δεξί του χέρι. Αυτό τουλάχιστον έλεγαν όλοι, εκτός από εμάς που πειραζόμασταν για τον χαρακτηρισμό «δεξί του χέρι», μιας που ο Βασίλης ήταν αριστερόχειρας!

Ο Βασίλης εκτός από συνάδελφος ήταν σίγουρα και φίλος. Μου στάθηκε όταν χώρισα και του στάθηκα όταν έχασε την αδελφή του σε αυτοκινητιστικό. Περάσαμε κάποιες δύσκολες καταστάσεις μαζί, κι αυτό μας έφερε ακόμα πιο κοντά. Μάθαμε να δίνουμε ελπίδα ο ένας στον άλλον, για μια καλύτερη τύχη στο μέλλον.

Τα τελευταία τρία χρόνια, για να ξεχάσουμε ο καθένας τον πόνο του, τα δώσαμε όλα για όλα στη δουλειά, με αποτέλεσμα ο Βασίλης να γίνει προϊστάμενος μέσα σ’ ένα χρόνο και στη συνέχεια να ζητήσει από τη Διεύθυνση να γίνει μια επαναξιολόγηση των αρμοδιοτήτων μου στην εταιρία.

Στα επόμενα δυόμισι χρόνια πήρα τρεις προαγωγές και από απλός υπάλληλος έγινα κι εγώ προϊσταμένη με τρία άτομα κάτω από μένα. Ο Βασίλης φυσικά εξακολούθησε να είναι ανώτερός μου, με μεγαλύτερες αρμοδιότητες, αλλά συνεχίζαμε να δουλεύουμε ενωμένοι σαν μια γροθιά.

«Τι έγινε λοιπόν? Μας πήρε ο ύπνος? Το ξενυχτήσαμε χτες? Με ποιόν? Για πες, για πες, καλός?»

«Ποιος? Ο μουσακάς της μάνας μου? Μούρλια!!! Τι λες βρε κι εσύ? Απλώς γύρισα χτες 9 και μισή το βράδυ σπίτι, ε , μέχρι να φάω, να κάνω ένα μπάνιο, να βάλω πάγο στο πόδι μου… Βλέπεις, εγώ δεν είμαι τυχερή σαν εσένα που έχεις την Μαρίνα να σου κάνει μασάζ κάθε βράδυ στα πόδια. Πασά!»

Εκείνος σοβάρεψε και δεν έδωσε σημασία στο πείραγμά μου. «Τι έπαθες? Χτύπησες?» με ρώτησε.

«Μπα. Μια μικρή μελανιά στον πισινό μου είναι, θα περάσει» είπα γελώντας.

Αυτός συνέχισε να με κοιτάζει ανήσυχος κι έτσι του εξιστόρησα τι μου συνέβη το προηγούμενο απόγευμα καθώς και την παράξενη γνωριμία που έκανα.

«Και δεν του ‘χεις απαντήσει ακόμα στο μήνυμα βρε γαϊδάρα? Ουουου! Ψωνάρα! Γράψε κάτι στο παιδί, ρε. Πηγαίνετε για κανένα ποτάκι το βράδυ. Πού ξέρεις…»

Έκανα μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας και άναψα τον υπολογιστή μου. Με περίμενε μια μέρα γεμάτη δουλειά και είχα ήδη καθυστερήσει.

Η αλήθεια είναι ότι πάντα σιχαινόμουν και σιχαίνομαι τους ανθρώπους που δεν απαντούν στα γραπτά μηνύματα. Δεν ήθελα να είμαι ένας από αυτούς, οπότε μετά από καμιά ώρα, αποφάσισα να του απαντήσω:

«ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΜΙΚΡΕ ΣΤΕΦΑΝΕ»

Το έστειλα.

Μετά ένιωσα πολύ βλάκας που είχα γράψει ακριβώς ότι μου είχε γράψει κι εκείνος. Κοιτούσα το κινητό και σκεφτόμουν ότι θα με είχε περάσει για χαζή που μου πήρε μια ώρα για να του απαντήσω γράφοντάς του ακριβώς ότι μου έγραψε κι αυτός.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη σκέψη μου και ήρθε η απάντηση:

«ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΣΕ ΔΩ ΣΗΜΕΡΑ, Ή ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΚΑΛΕΣΩ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΛΥΣΤΡΑΝΕ ΤΑ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΩ?»

Κοκκίνισα. Δεν είχα ποτέ βγει με έναν άγνωστο. Γιατί περί αγνώστου επρόκειτο. Φοβόμουν λίγο, αλλά από την άλλη σκεφτόμουν ότι μεγάλο κορίτσι είμαι, κοντεύω τα τριάντα. Δεν θα με φάει κιόλας.

Άφησα το κινητό στην άκρη και δούλεψα λίγο για να ξεχαστώ. Εκεί που έγραφα στον υπολογιστή μου, εικόνες ξετυλίχθηκαν μπροστά μου. Ξαναθυμήθηκα τα μάτια του. Τα γλυκά, μελί του μάτια. Και τα χείλη του. Και τα καστανόξανθα μαλλιά του. Αχ… πάντα με μαγνήτιζαν τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά και μάτια στους άντρες. Κι αυτός ο συγκεκριμένος μού άναβε μια φλόγα μέσα μου, που πολύ καιρό είχα να νιώσω. Όποτε θυμόμουν το πρόσωπό του, ένα κύμα με διαπερνούσε…

Άρπαξα το κινητό μου και του έστειλα μήνυμα.

«ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ. Ο ΚΑΙΡΟΣ ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΙ ΡΟΛΟ, Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ»

Πάλι ένιωσα βλάκας, με το ξενέρωτο μήνυμα που του είχα στείλει. Δεν μου απάντησε.

Μετά από μισή ώρα με ρώτησε ο Βασίλης γιατί είχα κοκκινίσει πριν, και του εξήγησα. Όταν του είπα τι είχα γράψει στο τελευταίο μου μήνυμα, κόντεψε να πέσει κάτω από τα γέλια. «Ωραία! Τον έκοψες κανονικότατα τον άνθρωπο!» είπε γελώντας δυνατά.

Κούνησα το κεφάλι μου κοροϊδευτικά και συνέχισα τη δουλειά μου.

Κατά τις δώδεκα παρά τέταρτο, μου ήρθε η απάντηση:

«ΣΥΓΝΩΜΗ ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΑ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΩ. ΕΙΧΑ ΜΑΘΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΟΥ ΣΤΕΙΛΕ ΜΗΝΥΜΑ ΠΟΥ ΚΑΙ ΤΙ ΩΡΑ ΘΕΣ ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙ»

Σαν θριαμβευτής κούνησα το κινητό μου στη μούρη του Βασίλη. «Να ρε, Να! Δες! Που λες ότι τον έκοψα. Θα βρεθούμε μετά τη δουλειά!»

«Ναι, μετά τη δουλειά, αλλά αν χαζολογάς έτσι, σε βλέπω να φεύγεις μεσάνυχτα, γι’ αυτό τελείωνε!» απάντησε μεταξύ αστείου και σοβαρού.

Γύρισα στο γραφείο μου και έπεσα πάλι με τα μούτρα στη δουλειά.

Στις έξι παρά είκοσι το απόγευμα του έστειλα ένα μήνυμα που έλεγε το όνομα του μαγαζιού και την ώρα που θα συναντιόμασταν. Επτά και μισή.

Μου απάντησε «ΟΚ. ΤΑ ΛΕΜΕ ΤΟΤΕ».

Έπρεπε λοιπόν μέχρι τις επτά και μισή να έχω τελειώσει τη δουλειά μου, να έχω φρεσκάρει το μακιγιάζ μου, να έχω φύγει από το γραφείο και να βρίσκομαι στο μέρος συνάντησής μας.

Ο Βασίλης στις έξι τα μάζεψε και, βλέποντας ότι δεν είχα σηκώσει κεφάλι όλη τη μέρα, μου είπε να έχω φύγει μέχρι τις έξι και μισή και «καλή διασκέδαση». Του χαμογέλασα πλατιά και τον ευχαρίστησα.

Στις επτά παρά είκοσι ήμουν στις τουαλέτες να πουδράρω το πρόσωπό μου και να φρεσκάρω το ρουζ, το κραγιόν και τη μάσκαρά μου. Ψέκασα λίγο κι από το άρωμά μου, το οποίο πάντα είχα στην τσάντα μου, κι έφυγα!

Επτά ακριβώς έβαζα μπρος το αυτοκίνητό μου. Ευτυχώς το μέρος που είχαμε δώσει ραντεβού δεν ήταν πολύ μακριά από τη δουλειά μου.

Επιτέλους! Στεκόμουν έξω από το μαγαζί. Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν οκτώ παρά είκοσι πέντε.

Προχώρησα προς την πόρτα κι έκανα να την σπρώξω.

Τότε άκουσα μια γλυκιά φωνή, απαλή σαν βελούδο στ’ αυτιά μου, ζεστή σαν ερωτικό χάδι στην απεραντοσύνη της μοναχικής ψυχής μου, να μου λέει «Καλησπέρα Βάλια».

Γύρισα. Ήταν αυτός!!!

(συνεχίζεται…)