Λείπω! ναιαιαι, λείπω εδώ και μία εβδομάδα και υποτίθεται ότι επιστρέφω τέλος του μήνα. Λέω υποτίθεται, γιατί δεν ξέρω αν θα επιστρέψω ή αν θα τηλεφωνήσω στον εργοδότη μου να του πω ένα "αι σιχτίρ, μου έφαγες τη ζωή, παραιτούμαι!".
Βρίσκομαι με τον κολλητό μου τον πάπιο και τσαλαβουτάμε από λιμνούλα σε λιμνούλα. Η ζέστη δυνατή μα το νερό κρύυυο, μπρρρρ, μπούζι, ωχ-ωχ-ωχ, ρατ-ρατ-ρατ (δόντια που χτυπάνε) και μόλις βγαίνω από το νερό, αου-αου-αου καίγονται τα κολλώδη πατουσάκια μου...
Προχτές αρωματίστηκα, στολίστηκα και πήγα για καφέ με τον πάπιο, ένα ζευγάρι φίλων και τον Λάκη, που τον έβλεπα για πρώτη φορά.
Εκεί που πίναμε τον καφέ μας (μεταξύ μας, εγώ έπινα σόδα γιατί αυτές τις μέρες τρώω σαν ΒΟΔΙ), ο πάπιος και ο φίλος του (όχι ο Λακης) πάνε να δουν (τι αλλο...) το γκολ του Μέχικο στη συμπαθή Αρχεντίνα. Μένω εγώ, η Π. και...... ο Λάκης!!!
Μετά από ένα λεπτό σιγής, παίρνει την πρωτοβουλία η Π. και ακολούθησε ο παρακάτω μοναδικός διάλογος:
Π: Λάκη, εσύ από πού είσαι?
L: (Lakis): Ε, εγώ από Ελβετία κατάγομαι, αλλά μένω στην Αθήνα.
Π: Από Ελβετία? (συμπληρώνω κι εγώ "Από Ελβετία? α, τι ωραία!")
L: Ναι. (με μια μικρή νότα απορίας στην απάντησή του...)
Α (άνιμα): Πας συχνά εκεί?
L: Ε, ναι. Αφού οι γονείς μου εκεί ζούνε.
Α: Ελα βρε!!! Και έχεις πάει πρόσφατα???????
L: ...... (απορία) το Πάσχα εκεί ήμουν.
Π: Ωραία η Ελβετία. Εμείς όταν ερχόμασταν από τη Γερμανία στην Ελλάδα, περνούσαμε απο εκεί. Ολο τούνελ, τούνελ, τούνελ. Αλλά ωραίο μέρος (θαυμασμός!!)
Α: Κι εγώ είχα πάει πριν μερικά χρόνια. Φανταστικά! Πολύ ωραία! (νοσταλγία...)
L: ..... (αμίλητος μάς κοιτάζει λες και είμαστε εξωγήινοι)
A: Και από που είσαι?
L: Τι "από πού"
A: Από πού? Γενεύη, Ζυρίχη, Λωζάννη???
(παρένθεση, μέσα στην καφετέρια ο πάπιος και ο φίλος του πανηγυρίζουν το γκολ της Αρχεντίνα)
L: Ε? ΤΙ? ΤΙ ΛΕΤΕ ΒΡΕ ΠΑΙΔΙΑ? ΕΓΩ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΙΒΑΔΙΑ ΕΙΜΑΙ!!!!
(εκείνη τη στιγμή ακούγεται ο πάπιος "τι έκανε ρε φίλε το φάντασμα???")
Σοκ!
Κοιταζόμαστε με την Π.
"Βρε άνιμα, Ελβετία δεν άκουσες κι εσύ?"
Εγώ εντωμεταξύ έχω πάρει μια χαρτοπετσέτα και καθαρίζω τα αυτιά μου.
"Τι?? Ε, ναι. Ελβετία άκουσα".
Σκάμε στα γέλια. Με δάκρυα στα μάτια τον κοιτάμε και ξαναγελάμε. Η Π ξεστομίζει την τελική ατάκα: "Βρε τον Λάκη! Λειβαδιά ε? Ωραία και η Λειβαδιά! Ε, εντάξει, δεν είναι Ελβετία, αλλά δεν έχει σημασία, ωραία είναι κι εκεί".
Ο Lakis μας κοιτάζει αποχαυνωμένος. Δεν τολμώ να σκεφτώ τι γνώμη σχημάτισε για εμένα, ένα βάτραχο, συγγενή του Κέρμιτ, που επιπλέον διαπρέπει στην επιχείρηση όπου εργάζεται και για την Π η οποία είναι αυτό που λέμε "το κρυφό χαρτί" των ομαλών Ελληνο-Τουρκικών μας σχέσεων.
Η Αρχεντίνα κέρδισε το Μέχικο. Η Ελβετία έγινε Λειβαδιά. Και ο Lakis έγινε Βασιλάκης.
Τι Λωζάννη, τι Κοζάνη....
Χιόνια η μια και χιόνια η άλλη.
Υ.Γ. Οταν επιστρέψω στη λιμνούλα μου με το καλό, θα κλείσω ένα ραντεβού με τον καλύτερο Ω.Ρ.Λ. της πόλης.
γιατί και οι βάτραχοι έχουν ψυχή… because there's a lot of soul in them frogs!
6.26.2006
6.04.2006
ΠΑΙΖΩ ΣΕ ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ!!!
- Αχ, αχ, σταμάτα, τρελλή και ανισόρροπη, με έπνιξες στην πούδρα
- Υπομονή κύριος άνιμα, υπομονή, πρέπει σβήσει μαύρος κύκλος από μάτια σας. Το διαφήμηση πρέπει να είναι τέλειος.
- Τι παπάρα ξάδερφο που έχω, τι παπάρα..
- Οχι κύριος άνιμα, όχι βρίζει παπάρα κύριος κέρμιτ. Κύριο κέρμιτ καλό.
- Εμ βέβαια αγάπη μου, τι θα έλεγες εσύ? Πλούσια σ'εχει κάνει ο "κύριο κέρμιτ"!
- αχ, κύριος άνιμα...
(ΝΤΟΥΠ! ΝΤΟΥΠ! ΝΤΟΥΠ!) Χτύπημα στην πόρτα
- Ούρσουλα, έτοιμος ο 'Ανιμα? Πρέπει να τελειώνουμε κάποια στιγμή!!!
- Ναι, ναι, έτοιμο άνιμα. Τώρα έρτει.
- Τι *%@#΄~ ξάδερφο έχω...
- Ελα, κύριο άνιμα, έτοιμο. Φύγει τώρα, το κύριο κέρμιτ περιμένει.
Ανοίγω την πόρτα του καμαρινιού που με είχε στριμώξει η χοντρή Ούρσουλα και με πάστωνε. Χοροπηδάω βιαστικά, για να φτάσω στο τέλος του διαδρόμου, να ανοίξω την πόρτα, να βγω στο πίσω μέρος του στούντιο για να βρω εκεί κάτι τύπους με καπέλλα, μάυρα γυαλιά και τηλεβόες, καρεκλίτσες και κάτω από μια μεγάλη λευκή ομπρέλλα ένα τραπέζι με άφθονο κρύο νερό.
- Αϊντε κυρ Ανιμα. Μια ώρα να σε βάψουν? Ο Κέρμιτ περιμένει.
- Με συγχωρείτε (ο Κέρμιτ να πάει να @#$&*!).
- Λοιπόν! Ολοι έτοιμοι? Βάλτε τον Ανιμα στη θέση που πρέπει, ειδοποιήστε τον Κέρμιτ και ξεκινάμε.
Σαν το χαζό επανέλαβα δεκαπέντε φορές την ίδια και την ίδια κίνηση. Σαν αμόρφωτος και βλάκας χοροπηδούσα δήθεν στη μέση του πουθενά, τρα-λα-λα, τρα-λα-λα, τρα-λαα-λααααα, μέχρι που - ΩΧ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΑΝΤΙΟ ΚΟΣΜΕ!!!!
- Πού πας βρε 'Ανιμα? (ο εκνευριστικός σκηνοθέτης) Δεν είπαμε θα συνεχίσεις να χοροπηδάς και θα σταματήσεις μπρος στο αυτοκίνητο? Πόσες φορές θα το πούμε??
- Τι λες χρυσέ μου? Τι χρωστάω να πάω στα θυμαράκια εγώ, επειδή εσείς είστε τρελλοί και...
- ΣΚΑΣΜΟΣ! (ώπα? τι έγινε ρε παιδιά?). ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ!! ΤΩΡΑ!!!
Δεν λέω, τους το χάλασα πολλές φορές το διαφημηστικό, στο τέλος όμως το πήρα απόφαση ότι αν δεν το κάνω όπως το θέλουν, δεν θα φύγω ποτέ από 'δω (κι έτσι έχασα και τον τσαμπουκά που έγινε στο blog της 'Αννας) κι έτσι ολοκληρώσαμε το γύρισμα:
Ενα εντυπωσιακό αυτοκίνητο έρχεται με μεγάλη ταχύτητα κατά πάνω μου. Αλλά εγώ, ως γνωστός βλάκας είπαμε, δεν καταλαβαίνω (από χωριό βλέπεις, τι να καταλάβω), συνεχίζω το χοροπηδητό, κουάξ, κουάξ, τι ωραία, τι καλά (η ψυχή μου το ξέρει) και επειδή δεν είμαι ένας απλός βλάξ-κουάξ, είμαι ξεχωριστό βλήμα, αποφασίζω να σταματήσω μπροστά από το αυτοκίνητο για να σκεφτώ δήθεν αν άφησα ανοιχτό το θερμοσίφωνα φεύγοντας απ'το σπίτι.
Και - ΚΡΙΙΙΙΙΙΧΧΧΧΧΧ-ΧΧΧΧ-ΧΧΧ απότομα φρεναρίσματα, χειρόφρενα, ανάποδα τιμόνια, χριστοπαναγίες, μούντζες (αυτά τα κόψανε, βεβαίως, βεβαίως) και το όχημα σταματάει σε απόσταση αναπνοής από την κορμάρα μου. (μεταξύ μας, τότε κι ο Κέρμιτ τον έβρισε τον σκηνοθέτη για την ηλίθια ιδέα του και έτσι ο ξάδερφος ανέβηκε πάλι στην εκτίμησή μου). Μετά από μια μικρή διακοπή, για να πιεί λίγο νερό ο Κέρμιτ που τα'χε παίξει και για να τον πουδράρει λίγο η Ούρσουλα γιατί τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας, η τελική σκηνή:
- "Ε, συνάδελφε" (σώπα... μήπως πήραμε και τα ίδια λεφτά για αυτήν τη διαφήμηση ξαδερφούλη?) "κάνε στην άκρη"
Κι εγώ, ο επίμονα χαζοβιόλης της υπόθεσης, κάνω ένα κουάξ, και βγαίνω από την πορεία του αυτοκινήτου.
Και ο ξάδελφος κοιτά την κάμερα:
- "Βατράχια..." (ε, ναι χρυσέ μου. Βατράχια. Κι εσύ κι εγώ. Βα-τρά-χια!!!)
Μετά την ολοκλήρωση της διαφήμησης ο Κέρμιτ βγήκε από το αυτοκίνητο, ήρθε προς το μέρος μου, με αγκάλιασε σφιχτά και με λίγο σπασμένη φωνή μου είπε "ευχαριστώ".
Η τελευταία διαφήμηση της BMW είναι ίσως και η καλύτερη που έχω δει (ε, είμαστε και ομορφόσογο).
Τι τραβάω γι'αυτούς που αγαπώ.....
- Υπομονή κύριος άνιμα, υπομονή, πρέπει σβήσει μαύρος κύκλος από μάτια σας. Το διαφήμηση πρέπει να είναι τέλειος.
- Τι παπάρα ξάδερφο που έχω, τι παπάρα..
- Οχι κύριος άνιμα, όχι βρίζει παπάρα κύριος κέρμιτ. Κύριο κέρμιτ καλό.
- Εμ βέβαια αγάπη μου, τι θα έλεγες εσύ? Πλούσια σ'εχει κάνει ο "κύριο κέρμιτ"!
- αχ, κύριος άνιμα...
(ΝΤΟΥΠ! ΝΤΟΥΠ! ΝΤΟΥΠ!) Χτύπημα στην πόρτα
- Ούρσουλα, έτοιμος ο 'Ανιμα? Πρέπει να τελειώνουμε κάποια στιγμή!!!
- Ναι, ναι, έτοιμο άνιμα. Τώρα έρτει.
- Τι *%@#΄~ ξάδερφο έχω...
- Ελα, κύριο άνιμα, έτοιμο. Φύγει τώρα, το κύριο κέρμιτ περιμένει.
Ανοίγω την πόρτα του καμαρινιού που με είχε στριμώξει η χοντρή Ούρσουλα και με πάστωνε. Χοροπηδάω βιαστικά, για να φτάσω στο τέλος του διαδρόμου, να ανοίξω την πόρτα, να βγω στο πίσω μέρος του στούντιο για να βρω εκεί κάτι τύπους με καπέλλα, μάυρα γυαλιά και τηλεβόες, καρεκλίτσες και κάτω από μια μεγάλη λευκή ομπρέλλα ένα τραπέζι με άφθονο κρύο νερό.
- Αϊντε κυρ Ανιμα. Μια ώρα να σε βάψουν? Ο Κέρμιτ περιμένει.
- Με συγχωρείτε (ο Κέρμιτ να πάει να @#$&*!).
- Λοιπόν! Ολοι έτοιμοι? Βάλτε τον Ανιμα στη θέση που πρέπει, ειδοποιήστε τον Κέρμιτ και ξεκινάμε.
Σαν το χαζό επανέλαβα δεκαπέντε φορές την ίδια και την ίδια κίνηση. Σαν αμόρφωτος και βλάκας χοροπηδούσα δήθεν στη μέση του πουθενά, τρα-λα-λα, τρα-λα-λα, τρα-λαα-λααααα, μέχρι που - ΩΧ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΑΝΤΙΟ ΚΟΣΜΕ!!!!
- Πού πας βρε 'Ανιμα? (ο εκνευριστικός σκηνοθέτης) Δεν είπαμε θα συνεχίσεις να χοροπηδάς και θα σταματήσεις μπρος στο αυτοκίνητο? Πόσες φορές θα το πούμε??
- Τι λες χρυσέ μου? Τι χρωστάω να πάω στα θυμαράκια εγώ, επειδή εσείς είστε τρελλοί και...
- ΣΚΑΣΜΟΣ! (ώπα? τι έγινε ρε παιδιά?). ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ!! ΤΩΡΑ!!!
Δεν λέω, τους το χάλασα πολλές φορές το διαφημηστικό, στο τέλος όμως το πήρα απόφαση ότι αν δεν το κάνω όπως το θέλουν, δεν θα φύγω ποτέ από 'δω (κι έτσι έχασα και τον τσαμπουκά που έγινε στο blog της 'Αννας) κι έτσι ολοκληρώσαμε το γύρισμα:
Ενα εντυπωσιακό αυτοκίνητο έρχεται με μεγάλη ταχύτητα κατά πάνω μου. Αλλά εγώ, ως γνωστός βλάκας είπαμε, δεν καταλαβαίνω (από χωριό βλέπεις, τι να καταλάβω), συνεχίζω το χοροπηδητό, κουάξ, κουάξ, τι ωραία, τι καλά (η ψυχή μου το ξέρει) και επειδή δεν είμαι ένας απλός βλάξ-κουάξ, είμαι ξεχωριστό βλήμα, αποφασίζω να σταματήσω μπροστά από το αυτοκίνητο για να σκεφτώ δήθεν αν άφησα ανοιχτό το θερμοσίφωνα φεύγοντας απ'το σπίτι.
Και - ΚΡΙΙΙΙΙΙΧΧΧΧΧΧ-ΧΧΧΧ-ΧΧΧ απότομα φρεναρίσματα, χειρόφρενα, ανάποδα τιμόνια, χριστοπαναγίες, μούντζες (αυτά τα κόψανε, βεβαίως, βεβαίως) και το όχημα σταματάει σε απόσταση αναπνοής από την κορμάρα μου. (μεταξύ μας, τότε κι ο Κέρμιτ τον έβρισε τον σκηνοθέτη για την ηλίθια ιδέα του και έτσι ο ξάδερφος ανέβηκε πάλι στην εκτίμησή μου). Μετά από μια μικρή διακοπή, για να πιεί λίγο νερό ο Κέρμιτ που τα'χε παίξει και για να τον πουδράρει λίγο η Ούρσουλα γιατί τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας, η τελική σκηνή:
- "Ε, συνάδελφε" (σώπα... μήπως πήραμε και τα ίδια λεφτά για αυτήν τη διαφήμηση ξαδερφούλη?) "κάνε στην άκρη"
Κι εγώ, ο επίμονα χαζοβιόλης της υπόθεσης, κάνω ένα κουάξ, και βγαίνω από την πορεία του αυτοκινήτου.
Και ο ξάδελφος κοιτά την κάμερα:
- "Βατράχια..." (ε, ναι χρυσέ μου. Βατράχια. Κι εσύ κι εγώ. Βα-τρά-χια!!!)
Μετά την ολοκλήρωση της διαφήμησης ο Κέρμιτ βγήκε από το αυτοκίνητο, ήρθε προς το μέρος μου, με αγκάλιασε σφιχτά και με λίγο σπασμένη φωνή μου είπε "ευχαριστώ".
Η τελευταία διαφήμηση της BMW είναι ίσως και η καλύτερη που έχω δει (ε, είμαστε και ομορφόσογο).
Τι τραβάω γι'αυτούς που αγαπώ.....
5.31.2006
η ζωή είναι ΣΟΥΠΕΡ!
Το βατραχάκι άνιμα ράνα, τον τελευταίο καιρό τα έχει δει όλα. Τα γουρλωτά του μάτια έχουν γίνει σαν κουμπότρυπες από την κούραση. Το χαριτωμένο πράσινο δέρμα του έχει ζαρώσει. Η μακριά του γλώσσα βγαίνει βαριεστημένα ταυτόχρονα με ένα χασμουρητό για να πιάσει καμιά μυγούλα ήδη μισοπεθαμένη, διότι οι φυσιολογικές τού ξεφεύγουν πλέον.
Φλομπ. Φλομπ. Χοροπηδά κουρασμένα. Κοιτά ψηλά τον ουρανό και ψάχνει κανένα σύννεφο με αστείο σχήμα για να ξεχαστεί. Κοιτά ψηλά τον ουρανό.... ψηλά τον ουρανό.... Όμορφος που είναι ο ουρανός. Μεγάλος, προστατευτικός, γαλάζιος. Ήρεμος. Φωτεινός. Βελούδινος.
Και ξαφνικά, ακούει μουσική! Γλυκές νότες, γλυκό πιάνο, ηλιαχτίδες παντού. Και τότε καταλαβαίνει και χαμογελά. Τι ξεχωριστό βατραχάκι που είναι! Ενα βατραχάκι αλλιώτικο από τ’άλλα. Ένα βατραχάκι με σκοπό, όχι ένα απλό και περαστικό βατραχάκι από αυτή τη ζωή. Ένα βατραχάκι που χαίρεται όταν οι άλλοι είναι χαρούμενοι και χαίρεται διπλά όταν είναι η αιτία της χαράς των άλλων.
Κοιτά ψηλά τον ουρανό και μες τα σύννεφα βλέπει τη μαμά του να του χαμογελά και να του λέει «μπράβο, με κάνεις περήφανη».
Και τα κουρασμένα μάτια του βουρκώνουν, το δέρμα του δείχνει πιο φωτεινό και πράσινο, τα χείλη του χαμογελούν.
Κουάξ. Κουάξ. Βρίσκει τη δύναμη και πηδά στο επόμενο νούφαρο ζωηρά. «Θα επανέλθω» σκέφτεται. «Η ζωή είναι σούπερ!».
Τι όμορφη που είναι η ζωή. Τι άσχημη προσπαθούμε να την κάνουμε άθελά μας.
Φλομπ. Φλομπ. Χοροπηδά κουρασμένα. Κοιτά ψηλά τον ουρανό και ψάχνει κανένα σύννεφο με αστείο σχήμα για να ξεχαστεί. Κοιτά ψηλά τον ουρανό.... ψηλά τον ουρανό.... Όμορφος που είναι ο ουρανός. Μεγάλος, προστατευτικός, γαλάζιος. Ήρεμος. Φωτεινός. Βελούδινος.
Και ξαφνικά, ακούει μουσική! Γλυκές νότες, γλυκό πιάνο, ηλιαχτίδες παντού. Και τότε καταλαβαίνει και χαμογελά. Τι ξεχωριστό βατραχάκι που είναι! Ενα βατραχάκι αλλιώτικο από τ’άλλα. Ένα βατραχάκι με σκοπό, όχι ένα απλό και περαστικό βατραχάκι από αυτή τη ζωή. Ένα βατραχάκι που χαίρεται όταν οι άλλοι είναι χαρούμενοι και χαίρεται διπλά όταν είναι η αιτία της χαράς των άλλων.
Κοιτά ψηλά τον ουρανό και μες τα σύννεφα βλέπει τη μαμά του να του χαμογελά και να του λέει «μπράβο, με κάνεις περήφανη».
Και τα κουρασμένα μάτια του βουρκώνουν, το δέρμα του δείχνει πιο φωτεινό και πράσινο, τα χείλη του χαμογελούν.
Κουάξ. Κουάξ. Βρίσκει τη δύναμη και πηδά στο επόμενο νούφαρο ζωηρά. «Θα επανέλθω» σκέφτεται. «Η ζωή είναι σούπερ!».
Τι όμορφη που είναι η ζωή. Τι άσχημη προσπαθούμε να την κάνουμε άθελά μας.
5.12.2006
Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ...
Γεννιόμαστε…
Μωρά, απαλά, ροζ, παχουλούτσικα, χαμογελαστά, εκφραστικά, γεμάτα αγάπη και δίψα για ζωή. Όλοι μας λατρεύουν, κανείς δεν μένει ασυγκίνητος σ’ένα χαμόγελό μας ή σ’ένα δάκρυ μας. Μας φροντίζουν, μας φιλούν, μας προσέχουν, μας προστατεύουν, μας προσφέρουν τα πάντα, μας υποδέχονται στη ζωή με δόξα και τιμή….
Μεγαλώνουμε…
Παιδάκια, χαριτωμένα, ζωηρά, δυνατά, έξυπνα, μοιάζουμε εκπληκτικά στον έναν από τους δυο γονείς και νιώθουμε περήφανοι γι’αυτό, γεμάτα ενέργεια και δίψα για γνώση. Όλοι μας μιλάνε με ένα συγκεκριμένο τρόπο σαν να παριστάνουν ότι είμαστε μεγάλοι, μας ρωτάνε ποιόν αγαπάμε πιο πολύ, τον μπαμπά ή τη μαμά, η γιαγιά μάς κακομαθαίνει, ο μπαμπάς μάς μαθαίνει τι πρέπει να απαντάμε όταν μας ρωτούν τι ομάδα είμαστε. Το βράδυ μάς λένε παραμύθια, για κοριτσάκια που γίνονται πριγκίπισσες, για αγοράκια που σώζουν πριγκίπισσες, για βατραχάκια που γίνονται πρίγκηπες, για ζωάκια που κινδυνεύουν από τον κακό λύκο και πάντα στο τέλος γλυτώνουν, όπου όλοι ζουν καλά κι εμείς καλύτερα….
Απογειωνόμαστε…
Εφηβοι, αντιδραστικοί, με νεύρο, δύναμη, δροσιά και αντοχή, κοιτάμε στον καθρέφτη και θυμώνουμε με τα σπυράκια που εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο στο πρόσωπό μας, τα κορίτσια βάζουμε μολύβι ματιών κρυφά από τους γονείς μας, τα αγόρια ξυρίζουμε τα ανύπαρκτα γένια (και θα μετανιώσουμε πικρά μια δεκαετία αργότερα), ερωτευόμαστε για πρώτη φορά, βουλιάζουμε στο όνειρο, ζωγραφίζουμε καρδούλες στα τετράδιά μας, γράφουμε λευκώματα και μάς προσγειώνουν οι γονείς μας που μάς υπενθυμίζουν ότι πρέπει να διαβάζουμε, να είμαστε καλοί μαθητές, να σπουδάσουμε, να γίνουμε σπουδαίοι, να τους κάνουμε περήφανους….
Ενηλικιωνόμαστε…….
Νέοι και ωραίοι, με προσωπικό στυλ, με γούστο, με χαρακτήρα και προσωπικότητα, με πολλές παρέες, πολλή διασκέδαση, πολύ έρωτα, σπουδάζουμε κάτι που ίσως μας αρέσει - ίσως όχι, βγαίνουμε με έναν γκόμενο ή γκόμενα που ίσως μας αρέσει - ίσως όχι, βγάζουμε δίπλωμα αυτοκινήτου και κοκορευόμαστε γι’αυτό, βιαζόμαστε να γίνουμε μεγάλοι και τραννοί γιατί είμαστε τόσο κοντά στο στόχο μας. Τουλάχιστον έτσι νομίζουμε….
Προσγειωνόμαστε……..
Απόφοιτοι, περήφανοι, έτοιμοι για όλα, βγαίνουμε από το κτίριο του Πανεπιστημίου και λέμε ότι μετά τις καλοκαιρινές διακοπές θα βρούμε δουλειά (μην πέσουμε και με τα μούτρα…). Θάλασσα, φλερτ, μπαράκια, μωράκια, διασκέδαση, κέφι, σφηνάκια. Το Καλοκαίρι φεύγει, έρχεται το Φθινόπωρο, ο Χειμώνας, η Άνοιξη και ξανά το Καλοκαίρι και δυό τρία Καλοκαίρια ακόμα. Κι εμείς πλησιάζουμε τα πρώτα –άντα και κάνουμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που νομίζαμε ότι θα κάναμε σ’αυτήν την ηλικία. Κούριερ, διανομές πίτσας και σουβλακίου, γκαρσόνια, ΑΝΕΡΓΟΙ. Ζηλεύουμε αυτούς που βρήκανε δουλειά, αυτούς τους τυχερούς, αυτούς που είχαν τις άκρες. Κι εμείς, οι κουτοί, οι ανόητοι, οι προδομένοι τα βάζουμε με την τύχη μας.
Κάποιοι βρίσκουμε την πολυπόθητη δουλειά! Νιώθουμε ευλογημένοι! Πανηγυρίζουμε, κερνάμε τους φίλους με τον πρώτο μας μισθό. Υπολογίζουμε ότι στην επόμενη πενταετία θα έχουμε μια καλή θέση στον οργανισμό στον οποίο εργαζόμαστε. Κάνουμε όνειρα, σχέδια, πλάνα. Και ενώ τα χρόνια περνούν, κάποιοι χωρίς τα δικά μας χαρίσματα, προχωρούν, μάς προσπερνούν κι εμείς, κουτοί, ανόητοι, προδομένοι, τα βάζουμε με την τύχη μας.
Και οι μεν και οι δε, θυμώνουμε με την αφέλειά μας, θυμώνουμε για τα ψέμματα που μας είπαν όταν ήμασταν παιδιά. Παραμύθια! Ο βάτραχος δεν γίνεται πρίγκηπας και το φτωχοκόριτσο θα γίνει καθαρίστρια στην καλύτερη περίπτωση. Ο κακός ο λύκος κερδίζει στο τέλος. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Το μικρό αν γλυτώσει απ’το μεγάλο, πεθαίνει από την πείνα. Η κολοκύθα παραμένει κολοκύθα και ποτέ δεν θα γίνει χρυσή άμαξα. Ο Αγιος Βασίλης έχει πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Δεν υπάρχει η Καλή Νεράιδα. Ο Πινόκιο ήταν ένα κούτσουρο.
Γερνάμε……..
Γερνάμε στην ψυχή, στο σώμα, στο πνέυμα. Βλέπουμε παλιούς συμμαθητές μας να έχουν γίνει υπουργοί και να παραμυθιάζουν τον κοσμάκη. Βλέπουμε κυβερνήσεις να κοροϊδεύουν τους λαούς. Βλέπουμε ανθρώπους να σκοτώνουν ανθρώπους, παιδιά, ζώα. Βλέπουμε κάμερες παντού, βλέπουμε μικροτσίπ και υποκλοπές. Βλέπουμε τα ίδια πρόσωπα να βραβεύονται, τις ίδιες ομάδες να κερδίζουν, τους ίδιους ηθοποιούς να πρωταγωνιστούν, τα ίδια προϊόντα να διαφημίζονται, τα ίδια ψέμματα να μας λένε, ξανά και ξανά και ξανά! Τα μαλλιά μας ασπρίζουν, τα πρόσωπά μας σπάνε βλέποντας τόση ασχήμια. Τράπεζες που επειδή μάς αγαπούν, μας δίνουν δάνεια και μας έχουν δούλους για μια ζωή. Εργοδότες που για το καλό της χώρας, ανοίγουν εργοστάσια, μας προσλαμβάνουν και μετά από είκοσι χρόνια μας απολύουν και πάνε στη Βουλγαρία. Προϊσταμένους, που για το καλό της υπηρεσίας, μας εξοντώνουν στη δουλειά και παίρνουν αυτοί τα εύσημα και τις παχυλές αυξήσεις. Κυβερνήσεις που για το καλό της Δημοκρατίας μάς υποδούλωσαν, μας βούτηξαν στο ψέμμα, μας κορόιδεψαν για τα καλά, μας χρησιμοποίησαν, μας πούλησαν για ψίχουλα…..
Πεθαίνουμε…….
Άλλοι πρόωρα. Άτυχα. Άδικα. Περαστικοί από αυτή τη πικρή ιστορία που λέγεται ζωή, χωρίς να προλάβουν να κάνουν τίποτα για να αλλάξουν τα πράγματα.
Άλλοι στα βαθιά γεράματα. Τους λένε τυχερούς που έζησαν τόσα χρόνια. Αλλά είναι άραγε; Ποιός είναι τυχερότερος τελικά; Αυτός που βλέπει το θρίλλερ μέχρι το τέλος και ζει όλη του τη φρίκη; ή αυτός που την ώρα της πιο τρομαχτικής σκηνής του κόβεται το ρεύμα; Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος φίλοι μου.
Ο ΠΙΟ ΤΥΧΕΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΤΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ, ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΝΑΛΙ!
ΤΟ ΤΗΛΕΚΟΝΤΡΟΛ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΕΧΑΣΕΙ!
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΓΟΥΣΤΟΥ ΜΑΣ. ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ, ΟΣΟ ΑΚΟΜΑ ΠΑΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ.
ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΑΚΡΙΒΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΥΣ ΤΟ ΧΑΡΙΣΟΥΜΕ.
Μωρά, απαλά, ροζ, παχουλούτσικα, χαμογελαστά, εκφραστικά, γεμάτα αγάπη και δίψα για ζωή. Όλοι μας λατρεύουν, κανείς δεν μένει ασυγκίνητος σ’ένα χαμόγελό μας ή σ’ένα δάκρυ μας. Μας φροντίζουν, μας φιλούν, μας προσέχουν, μας προστατεύουν, μας προσφέρουν τα πάντα, μας υποδέχονται στη ζωή με δόξα και τιμή….
Μεγαλώνουμε…
Παιδάκια, χαριτωμένα, ζωηρά, δυνατά, έξυπνα, μοιάζουμε εκπληκτικά στον έναν από τους δυο γονείς και νιώθουμε περήφανοι γι’αυτό, γεμάτα ενέργεια και δίψα για γνώση. Όλοι μας μιλάνε με ένα συγκεκριμένο τρόπο σαν να παριστάνουν ότι είμαστε μεγάλοι, μας ρωτάνε ποιόν αγαπάμε πιο πολύ, τον μπαμπά ή τη μαμά, η γιαγιά μάς κακομαθαίνει, ο μπαμπάς μάς μαθαίνει τι πρέπει να απαντάμε όταν μας ρωτούν τι ομάδα είμαστε. Το βράδυ μάς λένε παραμύθια, για κοριτσάκια που γίνονται πριγκίπισσες, για αγοράκια που σώζουν πριγκίπισσες, για βατραχάκια που γίνονται πρίγκηπες, για ζωάκια που κινδυνεύουν από τον κακό λύκο και πάντα στο τέλος γλυτώνουν, όπου όλοι ζουν καλά κι εμείς καλύτερα….
Απογειωνόμαστε…
Εφηβοι, αντιδραστικοί, με νεύρο, δύναμη, δροσιά και αντοχή, κοιτάμε στον καθρέφτη και θυμώνουμε με τα σπυράκια που εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο στο πρόσωπό μας, τα κορίτσια βάζουμε μολύβι ματιών κρυφά από τους γονείς μας, τα αγόρια ξυρίζουμε τα ανύπαρκτα γένια (και θα μετανιώσουμε πικρά μια δεκαετία αργότερα), ερωτευόμαστε για πρώτη φορά, βουλιάζουμε στο όνειρο, ζωγραφίζουμε καρδούλες στα τετράδιά μας, γράφουμε λευκώματα και μάς προσγειώνουν οι γονείς μας που μάς υπενθυμίζουν ότι πρέπει να διαβάζουμε, να είμαστε καλοί μαθητές, να σπουδάσουμε, να γίνουμε σπουδαίοι, να τους κάνουμε περήφανους….
Ενηλικιωνόμαστε…….
Νέοι και ωραίοι, με προσωπικό στυλ, με γούστο, με χαρακτήρα και προσωπικότητα, με πολλές παρέες, πολλή διασκέδαση, πολύ έρωτα, σπουδάζουμε κάτι που ίσως μας αρέσει - ίσως όχι, βγαίνουμε με έναν γκόμενο ή γκόμενα που ίσως μας αρέσει - ίσως όχι, βγάζουμε δίπλωμα αυτοκινήτου και κοκορευόμαστε γι’αυτό, βιαζόμαστε να γίνουμε μεγάλοι και τραννοί γιατί είμαστε τόσο κοντά στο στόχο μας. Τουλάχιστον έτσι νομίζουμε….
Προσγειωνόμαστε……..
Απόφοιτοι, περήφανοι, έτοιμοι για όλα, βγαίνουμε από το κτίριο του Πανεπιστημίου και λέμε ότι μετά τις καλοκαιρινές διακοπές θα βρούμε δουλειά (μην πέσουμε και με τα μούτρα…). Θάλασσα, φλερτ, μπαράκια, μωράκια, διασκέδαση, κέφι, σφηνάκια. Το Καλοκαίρι φεύγει, έρχεται το Φθινόπωρο, ο Χειμώνας, η Άνοιξη και ξανά το Καλοκαίρι και δυό τρία Καλοκαίρια ακόμα. Κι εμείς πλησιάζουμε τα πρώτα –άντα και κάνουμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που νομίζαμε ότι θα κάναμε σ’αυτήν την ηλικία. Κούριερ, διανομές πίτσας και σουβλακίου, γκαρσόνια, ΑΝΕΡΓΟΙ. Ζηλεύουμε αυτούς που βρήκανε δουλειά, αυτούς τους τυχερούς, αυτούς που είχαν τις άκρες. Κι εμείς, οι κουτοί, οι ανόητοι, οι προδομένοι τα βάζουμε με την τύχη μας.
Κάποιοι βρίσκουμε την πολυπόθητη δουλειά! Νιώθουμε ευλογημένοι! Πανηγυρίζουμε, κερνάμε τους φίλους με τον πρώτο μας μισθό. Υπολογίζουμε ότι στην επόμενη πενταετία θα έχουμε μια καλή θέση στον οργανισμό στον οποίο εργαζόμαστε. Κάνουμε όνειρα, σχέδια, πλάνα. Και ενώ τα χρόνια περνούν, κάποιοι χωρίς τα δικά μας χαρίσματα, προχωρούν, μάς προσπερνούν κι εμείς, κουτοί, ανόητοι, προδομένοι, τα βάζουμε με την τύχη μας.
Και οι μεν και οι δε, θυμώνουμε με την αφέλειά μας, θυμώνουμε για τα ψέμματα που μας είπαν όταν ήμασταν παιδιά. Παραμύθια! Ο βάτραχος δεν γίνεται πρίγκηπας και το φτωχοκόριτσο θα γίνει καθαρίστρια στην καλύτερη περίπτωση. Ο κακός ο λύκος κερδίζει στο τέλος. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Το μικρό αν γλυτώσει απ’το μεγάλο, πεθαίνει από την πείνα. Η κολοκύθα παραμένει κολοκύθα και ποτέ δεν θα γίνει χρυσή άμαξα. Ο Αγιος Βασίλης έχει πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Δεν υπάρχει η Καλή Νεράιδα. Ο Πινόκιο ήταν ένα κούτσουρο.
Γερνάμε……..
Γερνάμε στην ψυχή, στο σώμα, στο πνέυμα. Βλέπουμε παλιούς συμμαθητές μας να έχουν γίνει υπουργοί και να παραμυθιάζουν τον κοσμάκη. Βλέπουμε κυβερνήσεις να κοροϊδεύουν τους λαούς. Βλέπουμε ανθρώπους να σκοτώνουν ανθρώπους, παιδιά, ζώα. Βλέπουμε κάμερες παντού, βλέπουμε μικροτσίπ και υποκλοπές. Βλέπουμε τα ίδια πρόσωπα να βραβεύονται, τις ίδιες ομάδες να κερδίζουν, τους ίδιους ηθοποιούς να πρωταγωνιστούν, τα ίδια προϊόντα να διαφημίζονται, τα ίδια ψέμματα να μας λένε, ξανά και ξανά και ξανά! Τα μαλλιά μας ασπρίζουν, τα πρόσωπά μας σπάνε βλέποντας τόση ασχήμια. Τράπεζες που επειδή μάς αγαπούν, μας δίνουν δάνεια και μας έχουν δούλους για μια ζωή. Εργοδότες που για το καλό της χώρας, ανοίγουν εργοστάσια, μας προσλαμβάνουν και μετά από είκοσι χρόνια μας απολύουν και πάνε στη Βουλγαρία. Προϊσταμένους, που για το καλό της υπηρεσίας, μας εξοντώνουν στη δουλειά και παίρνουν αυτοί τα εύσημα και τις παχυλές αυξήσεις. Κυβερνήσεις που για το καλό της Δημοκρατίας μάς υποδούλωσαν, μας βούτηξαν στο ψέμμα, μας κορόιδεψαν για τα καλά, μας χρησιμοποίησαν, μας πούλησαν για ψίχουλα…..
Πεθαίνουμε…….
Άλλοι πρόωρα. Άτυχα. Άδικα. Περαστικοί από αυτή τη πικρή ιστορία που λέγεται ζωή, χωρίς να προλάβουν να κάνουν τίποτα για να αλλάξουν τα πράγματα.
Άλλοι στα βαθιά γεράματα. Τους λένε τυχερούς που έζησαν τόσα χρόνια. Αλλά είναι άραγε; Ποιός είναι τυχερότερος τελικά; Αυτός που βλέπει το θρίλλερ μέχρι το τέλος και ζει όλη του τη φρίκη; ή αυτός που την ώρα της πιο τρομαχτικής σκηνής του κόβεται το ρεύμα; Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος φίλοι μου.
Ο ΠΙΟ ΤΥΧΕΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΤΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ, ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΝΑΛΙ!
ΤΟ ΤΗΛΕΚΟΝΤΡΟΛ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΕΧΑΣΕΙ!
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΓΟΥΣΤΟΥ ΜΑΣ. ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ, ΟΣΟ ΑΚΟΜΑ ΠΑΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ.
ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΑΚΡΙΒΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΥΣ ΤΟ ΧΑΡΙΣΟΥΜΕ.
4.26.2006
IL TRICOLORE….
ΠΡΑΣΙΝΟ...... Πράσινο, όπως το γρασίδι του πάρκου που περπατούσαμε κουβεντιάζοντας τα απογεύματα και μόλις άρχιζε να ψιχαλίζει τρέχαμε γελώντας κάτω από ένα δέντρο και προσποιούμασταν ότι μιλούσαμε στα ελληνικά, παρατηρώντας τις αντιδράσεις των περαστικών... Πράσινο, όπως τα μπουκάλια της μπύρας που αδειάζαμε τα απογεύματα και γυρίζαμε στο σπίτι για φαγητό παραπατώντας και γελώντας, προσπαθώντας να μην μας καταλάβουν οι υπόλοιποι.... Πράσινο, όπως το αρωματάκι σε σχήμα κουκουνάρι που βρισκόταν στο ραφάκι του μπάνιου κι όταν ρώτησα αν μπορώ να το χρησιμοποιήσω, άρχισα να δέχομαι επιθέσεις με ψεκασμούς καθ’όλη τη διάρκεια της ημέρας, στο κρεββάτι, στο τραπέζι του πρωινού, στο αυτοκίνητο... Πράσινο, όπως το «δέρμα» των βατράχων.... Πράσινο, σαν τους αγρούς την Άνοιξη...
ΛΕΥΚΟ...... Λευκό, όπως ο αφρός του καπουτσίνο που έπινα κάθε πρωί.... Λευκό, όπως το φλυτζανάκι του εσπρέσο μου που είχε γίνει ο κολλητός μου φίλος για δέκα μέρες.... Λευκό, όπως τα μυρωδάτα σεντόνια που με τύλιγαν κάθε βράδυ και μου κρατούσαν συντροφιά όταν είχα αϋπνίες και μετρούσα τα αυτοκόλλητα φωσφοριζέ αστεράκια στο ταβάνι... Λευκό, σαν τη σπιτική σαντιγύ που σκέπαζε κάθε απόγευμα τη φρουτοσαλάτα μου και δεχόμουν αποδοκιμασίες και επιθέσεις από τους γύρω μου για τη λατρεία που έχω στα γλυκά.... Λευκό, σαν το χιόνι στις Άλπεις....
ΚΟΚΚΙΝΟ...... Κόκκινο, όπως το κρασί που «κατεβάζαμε» το μεσημέρι με το φαγητό και μετά ξαπλώναμε στους καναπέδες, ανάβαμε την τηλεόραση και μας έπιανε νευρικό γέλιο... Κόκκινο, όπως το Fiat Panda που μάς πήγαινε παντού σαν σίφουνας.... Κόκκινο σαν τις φράουλες που τρώγαμε όταν μας έπιανε η πείνα στις 4 τα ξημερώματα και συναντιόμασταν στη κουζίνα στο σκοτάδι, κλείναμε την πόρτα για να μην ξυπνήσουμε όλη τη γειτονιά απ’τα γέλια, ανάβαμε το φως και ανοίγαμε το ψυγείο για να τους επιτεθούμε... Κόκκινο σαν τις μύτες μας εκείνο το βράδυ που γυρίσαμε με τα πόδια σπίτι τρέμοντας από το κρύο και μούσκεμα από τη βροχή... Κόκκινο, σαν τη λάβα της Έτνα.... Κόκκινο, σαν τα μάτια μας την ώρα του αποχωρισμού....
Τόσα χρώματα, τόσα αισθήματα, τόσα λόγια. Τρία χρώματα στην καρδιά μου. Τρία χρώματα στα όνειρά μου. Τρία χρώματα που πάντα θα αγαπώ κι ας είναι μακρυά μου. Τρία χρώματα ήταν αρκετά για να ξαναγεννηθεί το ουράνιο τόξο μέσα μου...
ΛΕΥΚΟ...... Λευκό, όπως ο αφρός του καπουτσίνο που έπινα κάθε πρωί.... Λευκό, όπως το φλυτζανάκι του εσπρέσο μου που είχε γίνει ο κολλητός μου φίλος για δέκα μέρες.... Λευκό, όπως τα μυρωδάτα σεντόνια που με τύλιγαν κάθε βράδυ και μου κρατούσαν συντροφιά όταν είχα αϋπνίες και μετρούσα τα αυτοκόλλητα φωσφοριζέ αστεράκια στο ταβάνι... Λευκό, σαν τη σπιτική σαντιγύ που σκέπαζε κάθε απόγευμα τη φρουτοσαλάτα μου και δεχόμουν αποδοκιμασίες και επιθέσεις από τους γύρω μου για τη λατρεία που έχω στα γλυκά.... Λευκό, σαν το χιόνι στις Άλπεις....
ΚΟΚΚΙΝΟ...... Κόκκινο, όπως το κρασί που «κατεβάζαμε» το μεσημέρι με το φαγητό και μετά ξαπλώναμε στους καναπέδες, ανάβαμε την τηλεόραση και μας έπιανε νευρικό γέλιο... Κόκκινο, όπως το Fiat Panda που μάς πήγαινε παντού σαν σίφουνας.... Κόκκινο σαν τις φράουλες που τρώγαμε όταν μας έπιανε η πείνα στις 4 τα ξημερώματα και συναντιόμασταν στη κουζίνα στο σκοτάδι, κλείναμε την πόρτα για να μην ξυπνήσουμε όλη τη γειτονιά απ’τα γέλια, ανάβαμε το φως και ανοίγαμε το ψυγείο για να τους επιτεθούμε... Κόκκινο σαν τις μύτες μας εκείνο το βράδυ που γυρίσαμε με τα πόδια σπίτι τρέμοντας από το κρύο και μούσκεμα από τη βροχή... Κόκκινο, σαν τη λάβα της Έτνα.... Κόκκινο, σαν τα μάτια μας την ώρα του αποχωρισμού....
Τόσα χρώματα, τόσα αισθήματα, τόσα λόγια. Τρία χρώματα στην καρδιά μου. Τρία χρώματα στα όνειρά μου. Τρία χρώματα που πάντα θα αγαπώ κι ας είναι μακρυά μου. Τρία χρώματα ήταν αρκετά για να ξαναγεννηθεί το ουράνιο τόξο μέσα μου...
4.06.2006
Alla una, alla due, alla tre!!!
Με το ένα, με το δύο με το τρία, ΠΑΜΕ!!!
«ΦΑΕ ΕΝΑ ΜΠΑΓΙΑΤΙΚΟ ΠΑΣΤΑΚΙ
ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ – ΒΟΥΛΓΑΡΑΑΑΑΚΗ !!!»
Ουουφφφ!!! Το’πα και ξεθύμανα!!!
«ΦΑΕ ΕΝΑ ΜΠΑΓΙΑΤΙΚΟ ΠΑΣΤΑΚΙ
ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ – ΒΟΥΛΓΑΡΑΑΑΑΚΗ !!!»
Ουουφφφ!!! Το’πα και ξεθύμανα!!!
4.03.2006
ΟΙ ΚΟΤΕΣ!
Στο αγρόκτημα που εργάζομαι έχω να κάνω με πολλές κότες. Κοτέτσι ολόκληρο! Θα μου πεις, τι δουλειά έχει το βατράχι στο κοτέτσι? Η ανάγκη. Αχχχχ….. άτιμη κοινωνία, που άλλους τους κάνεις πρίγκηπες, κι άλλους τους ρίχνεις στα κοτέτσια.
Οι σημερινές κότες έχουν ξεσαλώσει και τα μικρά μυαλουδάκια τους έχουν πάρει πολύ αέρα. Οι περισσότερες νομίζουν ότι είναι παγώνια και περπατούν καμαρωτές-καμαρωτές, με περίσσια περηφάνια και ύφος χιλίων καρδιναλίων. Αλλες πάλι νομίζουν ότι είναι οι σπάνιες κότες με τα χρυσά αυγά. Αυτές συμπεριφέρονται σαν κοκκόρια. Διατάζουν, επιθεωρούν και κάνουν παρατηρήσεις.
Κάποιες πάλι, είναι χαριτωμένες κοτούλες, πιο κομψές και πιο όμορφες από τις υπόλοιπες και νομίζουν ότι αυτό είναι αρκετό, οπότε δεν κάνουν απολύτως τίποτε άλλο στο κοτέτσι. Σουλατσάρουν πάνω-κάτω και πεταρίζουν τη βλεφαρίδα. Μια μέρα έβαλα τρικλοποδιά σε μία, κι έπεσε στη λάσπη των γουρουνιών και πολύ το φχαριστήθηκα!!! Χαρ χαρ χαρ (σατανικό γέλιο).
Αυτές τις μέρες δεν χάνω ευκαιρία να τους μπαίνω στο ρουθούνι υπενθυμίζοντάς τους ότι από βδομάδα θα λείψω από το δάσος για τόπους μακρινούς και ονειρεμένους και σκάνε από το κακό τους. Δουλεύω όλο ενέργεια, χάφτω τόσες πολλές μύγες που θα σπάσω το ρεκόρ παραγωγικότητας αυτή την εβδομάδα.
Βλέποντας τις ξυνές μούρες τους κάθε φορά που ρίχνω ένα σάλτο χαράς από τον ενθουσιασμό που που σε λίγες μέρες αναχωρώ για το ταξιδάκι μου, θυμήθηκα έναν καλό φίλο που για λίγο καιρό είχε δουλέψει στο αγρόκτημα και είχε πει χαρακτηριστικά ότι αυτό δεν είναι κοτέτσι αλλά ... σφηκοφωλιά!!! Μέχρι που μια μέρα μάς έριξε μια μούντζα τε-ρα-στί-ων διαστάσεων κι έφυγε τρέχοντας, τσιρίζοντας, γελώντας και σκίζοντας τα ρούχα του.
Τώρα παντρεύτηκε, έχει δυο παιδιά, έχει καλή δουλειά και ζει ευτυχισμένος. Να αρχίσω να ανησυχώ για την δική μου την κατάσταση???
Προς το παρόν δεν αγχώνομαι, είμαι μες την τρελλή χαρά, κουάξ – κουάξ, ετοιμάζω την πράσινη βαλίτσα μου και σε λίγες μέρες με ένα μεγάααλο σάλτο θα βρεθώ πολύ μακριά και δεν ξέρω αν θα θέλω να ξαναγυρίσω.
Δεν θα σας λείψω, το ξέρω. Θα τα ξαναπούμε το Πάσχα (αν επιστρέψω! χαρ χαρ χαααρ !!!)
Οι σημερινές κότες έχουν ξεσαλώσει και τα μικρά μυαλουδάκια τους έχουν πάρει πολύ αέρα. Οι περισσότερες νομίζουν ότι είναι παγώνια και περπατούν καμαρωτές-καμαρωτές, με περίσσια περηφάνια και ύφος χιλίων καρδιναλίων. Αλλες πάλι νομίζουν ότι είναι οι σπάνιες κότες με τα χρυσά αυγά. Αυτές συμπεριφέρονται σαν κοκκόρια. Διατάζουν, επιθεωρούν και κάνουν παρατηρήσεις.
Κάποιες πάλι, είναι χαριτωμένες κοτούλες, πιο κομψές και πιο όμορφες από τις υπόλοιπες και νομίζουν ότι αυτό είναι αρκετό, οπότε δεν κάνουν απολύτως τίποτε άλλο στο κοτέτσι. Σουλατσάρουν πάνω-κάτω και πεταρίζουν τη βλεφαρίδα. Μια μέρα έβαλα τρικλοποδιά σε μία, κι έπεσε στη λάσπη των γουρουνιών και πολύ το φχαριστήθηκα!!! Χαρ χαρ χαρ (σατανικό γέλιο).
Αυτές τις μέρες δεν χάνω ευκαιρία να τους μπαίνω στο ρουθούνι υπενθυμίζοντάς τους ότι από βδομάδα θα λείψω από το δάσος για τόπους μακρινούς και ονειρεμένους και σκάνε από το κακό τους. Δουλεύω όλο ενέργεια, χάφτω τόσες πολλές μύγες που θα σπάσω το ρεκόρ παραγωγικότητας αυτή την εβδομάδα.
Βλέποντας τις ξυνές μούρες τους κάθε φορά που ρίχνω ένα σάλτο χαράς από τον ενθουσιασμό που που σε λίγες μέρες αναχωρώ για το ταξιδάκι μου, θυμήθηκα έναν καλό φίλο που για λίγο καιρό είχε δουλέψει στο αγρόκτημα και είχε πει χαρακτηριστικά ότι αυτό δεν είναι κοτέτσι αλλά ... σφηκοφωλιά!!! Μέχρι που μια μέρα μάς έριξε μια μούντζα τε-ρα-στί-ων διαστάσεων κι έφυγε τρέχοντας, τσιρίζοντας, γελώντας και σκίζοντας τα ρούχα του.
Τώρα παντρεύτηκε, έχει δυο παιδιά, έχει καλή δουλειά και ζει ευτυχισμένος. Να αρχίσω να ανησυχώ για την δική μου την κατάσταση???
Προς το παρόν δεν αγχώνομαι, είμαι μες την τρελλή χαρά, κουάξ – κουάξ, ετοιμάζω την πράσινη βαλίτσα μου και σε λίγες μέρες με ένα μεγάααλο σάλτο θα βρεθώ πολύ μακριά και δεν ξέρω αν θα θέλω να ξαναγυρίσω.
Δεν θα σας λείψω, το ξέρω. Θα τα ξαναπούμε το Πάσχα (αν επιστρέψω! χαρ χαρ χαααρ !!!)
3.28.2006
ΣΚΟΥΦΑΛΟΓΟ
ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ – ΚΟΥΑΑΑΑΑΞ ΑΑΑΑΧΑ-ΧΑ ΚΟΥΑΑΑΑΞ ΚΟΥΑΑΑΑΑΑΞ (δάκρυα γέλιου)
ΟΥΟΥΟΥΟΥ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ!!! (σφιχτό κράτημα κοιλιάς)
Αχ.. αχ… σε καλό να μας βγει βρε (βαθιές ανάσες)
Σήμερα οι γύπες μάς ανακοίνωσαν τις αυξήσεις μας!!!
Να’ναι καλά τα παιδιά, μας έκαναν και γελάσαμε μέχρι δακρύων. Τώρα μπορώ επιτέλους να φύγω για το ταξίδι αναψυχής στο εξωτερικό που σχεδίαζα τόσο καιρό. Τώρα μπορώ κι εγώ να ψωνίσω την Luis Vuitton τσάντα που είχα βάλει πρόσφατα στο γουρλωτό μου μάτι. Τωρα ΝΑΙ, μπορώ κι εγώ να απολαύσω μικρές καθημερινές πολυτέλειες!!!
Ωρα για χορό!!!! Η μουσική του “La Cucaracha” διαπασών κι αρχίζω το τραγούδι:
ΑΛΟΓΟΣΚΟΥ-ΦΗ
ΑΛΟΓΟΣΚΟΥ-ΦΗ
ΚΑΤΟΥΡΙΕΜΑΙ ΑΠΟ ΧΑΡΑΑΑ
ΠΟΥ ΜΟΝΟΡΟΥ-ΦΙ
ΠΟΥ ΜΟΝΟΡΟΥ-ΦΙ
ΤΟΝ ΗΠΙΑ ΓΙ’ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑΑΑ
ΤΣΑ – ΤΣΑ – ΤΣΑ!!!
ΟΛΕ!!!
ΟΥΟΥΟΥΟΥ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ!!! (σφιχτό κράτημα κοιλιάς)
Αχ.. αχ… σε καλό να μας βγει βρε (βαθιές ανάσες)
Σήμερα οι γύπες μάς ανακοίνωσαν τις αυξήσεις μας!!!
Να’ναι καλά τα παιδιά, μας έκαναν και γελάσαμε μέχρι δακρύων. Τώρα μπορώ επιτέλους να φύγω για το ταξίδι αναψυχής στο εξωτερικό που σχεδίαζα τόσο καιρό. Τώρα μπορώ κι εγώ να ψωνίσω την Luis Vuitton τσάντα που είχα βάλει πρόσφατα στο γουρλωτό μου μάτι. Τωρα ΝΑΙ, μπορώ κι εγώ να απολαύσω μικρές καθημερινές πολυτέλειες!!!
Ωρα για χορό!!!! Η μουσική του “La Cucaracha” διαπασών κι αρχίζω το τραγούδι:
ΑΛΟΓΟΣΚΟΥ-ΦΗ
ΑΛΟΓΟΣΚΟΥ-ΦΗ
ΚΑΤΟΥΡΙΕΜΑΙ ΑΠΟ ΧΑΡΑΑΑ
ΠΟΥ ΜΟΝΟΡΟΥ-ΦΙ
ΠΟΥ ΜΟΝΟΡΟΥ-ΦΙ
ΤΟΝ ΗΠΙΑ ΓΙ’ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑΑΑ
ΤΣΑ – ΤΣΑ – ΤΣΑ!!!
ΟΛΕ!!!
3.26.2006
Οχι άλλος ύπνος!
Στο δάσος που ζω, μπορώ να πω ότι έχω καταντήσει πλέον ο άγρυπνος φρουρός.
Το βράδυ που η φύση ησυχάζει, τα δύο γουρλωτά μου μάτια παραμένουν ανοιχτά για πολλές ώρες. Η μόνη μου παρέα, η Βερονίκη, μια ευτραφής λευκή κουκουβάγια με πυκνό φτέρωμα και επίσης γουρλωτά μάτια, που μου κρατά συντροφιά...
- Τι έγινε, anima? πάλι αϋπνίες έχεις?
- Ασε με Βερονίκη, έχω κοιμηθεί όλη τη μέρα πέντε ώρες και παρόλ'αυτά, κάθομαι στη μέση του πουθενά, με τα μάτια ορθάνοιχτα και κοιτάω το κενό.
- Εμ, βέβαια. Πώς να κοιμηθείς αφού το ροχαλητό του Συμεών και του Αγαθάγγελου ακούγονται σε όλο το δάσος??
- Δεν είναι το ροχαλητό του σκύλου και της πάπιας, Βερονίκη. Είναι η κραυγή της ψυχής που δεν ησυχάζει.
- Μην μιλάς έτσι, anima, ανατριχιάζω.
- Κλείνω τα μάτια και μέσα μου νιώθω σεισμό, ταραχή, κύμα, λάβα, ουρλιαχτό...
- Θα φύγω! Σταμάτα.
- Το ήξερες εσύ ότι ο ύπνος είναι ο ξάδερφος του θανάτου?
- ....... (?)
- Κάπου το είχα διαβάσει αυτό. Δεν θυμάμαι πού. Ο ύπνος και ο θάνατος είναι συγγενείς.
- ....... (!)
- Βερονίκη, εσύ πώς περνούσες τις νύχτες σου πριν με γνωρίσεις?
- Ευχάριστα!
- Εγώ πάλι, μοναχικά...
Ετσι περνώ τις νύχτες μου εδώ και δυόμιση χρόνια. Δυστυχώς ένα βράδυ που κυριαρχούσε ο ύπνος στο δικό μου το κεφάλι, το ξαδερφάκι του έκανε υπερωρίες κι από τότε τις νύχτες μετράω τα αστέρια, ακούω τον άνεμο, μιλάω με τη Βερονίκη και παρακαλάω να μην είναι η τελευταία νύχτα της ζωής μου ή της ζωής αυτών που αγαπώ, μέχρι τελικά ο ύπνος να νικήσει.
Και εκεί, στο σκοτάδι και στην ησυχία, ταξιδεύω σε μέρη απίστευτα, βλέπω πρόσωπα και βιώνω γεγονότα απερίγραπτα, που ακόμα δεν τολμώ να μοιραστώ με τους εκλεκτούς μεν, ελάχιστους δε αναγνώστες, γιατί στο τέλος εγώ θα τα γράφω, εγώ θα τα διαβάζω. Και μέσα σ'αυτόν τον μαγικό κόσμο, τον άυλο, τον αέρινο, τον σκοτεινό, παραμονεύω πάντα, μήπως μου την πέσει το "ξαδελφάκι" και πιαστώ στη φάκα σαν ερασιτέχνης ποντικός!
Ολοι εσείς οι υπναράδες, σκεφτείτε πόση ζωή χαρίζετε στον ύπνο και πόση σας απομένει μέχρι να σκάσει μύτη και το άλλος, ο εγωιστής συγγενής του.
Και τώρα που σας έφτιαξα, πάω να την πέσω!
ΚΟΥΑΞ!!!
Το βράδυ που η φύση ησυχάζει, τα δύο γουρλωτά μου μάτια παραμένουν ανοιχτά για πολλές ώρες. Η μόνη μου παρέα, η Βερονίκη, μια ευτραφής λευκή κουκουβάγια με πυκνό φτέρωμα και επίσης γουρλωτά μάτια, που μου κρατά συντροφιά...
- Τι έγινε, anima? πάλι αϋπνίες έχεις?
- Ασε με Βερονίκη, έχω κοιμηθεί όλη τη μέρα πέντε ώρες και παρόλ'αυτά, κάθομαι στη μέση του πουθενά, με τα μάτια ορθάνοιχτα και κοιτάω το κενό.
- Εμ, βέβαια. Πώς να κοιμηθείς αφού το ροχαλητό του Συμεών και του Αγαθάγγελου ακούγονται σε όλο το δάσος??
- Δεν είναι το ροχαλητό του σκύλου και της πάπιας, Βερονίκη. Είναι η κραυγή της ψυχής που δεν ησυχάζει.
- Μην μιλάς έτσι, anima, ανατριχιάζω.
- Κλείνω τα μάτια και μέσα μου νιώθω σεισμό, ταραχή, κύμα, λάβα, ουρλιαχτό...
- Θα φύγω! Σταμάτα.
- Το ήξερες εσύ ότι ο ύπνος είναι ο ξάδερφος του θανάτου?
- ....... (?)
- Κάπου το είχα διαβάσει αυτό. Δεν θυμάμαι πού. Ο ύπνος και ο θάνατος είναι συγγενείς.
- ....... (!)
- Βερονίκη, εσύ πώς περνούσες τις νύχτες σου πριν με γνωρίσεις?
- Ευχάριστα!
- Εγώ πάλι, μοναχικά...
Ετσι περνώ τις νύχτες μου εδώ και δυόμιση χρόνια. Δυστυχώς ένα βράδυ που κυριαρχούσε ο ύπνος στο δικό μου το κεφάλι, το ξαδερφάκι του έκανε υπερωρίες κι από τότε τις νύχτες μετράω τα αστέρια, ακούω τον άνεμο, μιλάω με τη Βερονίκη και παρακαλάω να μην είναι η τελευταία νύχτα της ζωής μου ή της ζωής αυτών που αγαπώ, μέχρι τελικά ο ύπνος να νικήσει.
Και εκεί, στο σκοτάδι και στην ησυχία, ταξιδεύω σε μέρη απίστευτα, βλέπω πρόσωπα και βιώνω γεγονότα απερίγραπτα, που ακόμα δεν τολμώ να μοιραστώ με τους εκλεκτούς μεν, ελάχιστους δε αναγνώστες, γιατί στο τέλος εγώ θα τα γράφω, εγώ θα τα διαβάζω. Και μέσα σ'αυτόν τον μαγικό κόσμο, τον άυλο, τον αέρινο, τον σκοτεινό, παραμονεύω πάντα, μήπως μου την πέσει το "ξαδελφάκι" και πιαστώ στη φάκα σαν ερασιτέχνης ποντικός!
Ολοι εσείς οι υπναράδες, σκεφτείτε πόση ζωή χαρίζετε στον ύπνο και πόση σας απομένει μέχρι να σκάσει μύτη και το άλλος, ο εγωιστής συγγενής του.
Και τώρα που σας έφτιαξα, πάω να την πέσω!
ΚΟΥΑΞ!!!
3.22.2006
Λυπάμαι...
Σήμερα είμαι λυπημένο βατραχάκι.
Εχει συννεφιά στο δάσος κι η λιμνούλα μου έχει ένα χρώμα πρασινο-καφέ που με μελαγχολεί αφάνταστα.
Η φίλη μου η Αρκουδίτσα έχει γενέθλια και για άλλη μια φορά θα τα περάσει βαρετά και άχαρα, στην σπηλιά της, με τους γονείς αρκούδους. Τόσα χρόνια περιμένει να γίνει κάτι στη ζωή της που θα ανατρέψει τα πάντα. Εχει καλή δουλειά, έχει δική της σπηλίτσα, είναι όμορφη και καλή, αλλά δεν έχει βρει ακόμα το άλλο της μισό αρκούδι. Σε κάθε γενέθλιά της συνειδητοποιώ ότι της δίνω πάντα την ίδια ευχή, «Του χρόνου θα είναι διαφορετικά. Του χρόνου θα ειναι σούπερ». Εφτασε πάλι το «του χρόνου»…..
_________
Η φίλη μου η Ποντικίνα έχει τόσα πολλά να προσφέρει στη μικρή μας κοινωνία. Είναι γρήγορη, δραστήρια, ζωηρή, έξυπνη και καλή. Εχει σύντροφο-ποντικό, έχει δική της ποντικο-φωλιά, μα κάθεται άπραγη, ακίνητη, σφηνωμένη σε μια κατάσταση αδράνειας.
__________
Η δε ειρωνία είναι ότι αυτό που λείπει στη μία, το έχει η άλλη…
__________
Εγώ, είμαι απλώς ένας μικρός βάτραχος. Ζω στη λιμνούλα μου, έχω τον πάπιο Αγαθάγγελο και τον σκύλο Συμεών - τους κολλητούς μου - έχω και μια δουλειά που οι περισσότεροι στο δάσος θεωρούν καλή. Φαινομενικά δεν μου λείπει τίποτα. Φαινομενικά.
Λυπάμαι που είμαι απλώς ένα αμφίβιο και τίποτα περισσότερο. Αν ήταν στο χέρι μου, σίγουρα και η Αρκουδίτσα και η Ποντικίνα θα είχαν λίγο διαφορετική ζωή από αυτήν που έχουν.
Λυπάμαι που εκεί έξω υπάρχουν τόσα και τόσα αξιόλογα πλάσματα που μπορούν να προσφέρουν, να αγαπήσουν, να δουλέψουν, να ξεχωρίσουν και να ανταμειφθούν, αλλά παραμένουν στη σκιά, με τα μάτια θλιμμένα.
Με λυπημένα μάτια με κοιτάς
Και ΄γω αλλού το βλέμμα μου γυρίζω
Το ξέρω πως μες στην ψυχή πονάς
Δεν θέλω όμως να δεις ότι δακρύζω
Εχει συννεφιά στο δάσος κι η λιμνούλα μου έχει ένα χρώμα πρασινο-καφέ που με μελαγχολεί αφάνταστα.
Η φίλη μου η Αρκουδίτσα έχει γενέθλια και για άλλη μια φορά θα τα περάσει βαρετά και άχαρα, στην σπηλιά της, με τους γονείς αρκούδους. Τόσα χρόνια περιμένει να γίνει κάτι στη ζωή της που θα ανατρέψει τα πάντα. Εχει καλή δουλειά, έχει δική της σπηλίτσα, είναι όμορφη και καλή, αλλά δεν έχει βρει ακόμα το άλλο της μισό αρκούδι. Σε κάθε γενέθλιά της συνειδητοποιώ ότι της δίνω πάντα την ίδια ευχή, «Του χρόνου θα είναι διαφορετικά. Του χρόνου θα ειναι σούπερ». Εφτασε πάλι το «του χρόνου»…..
_________
Η φίλη μου η Ποντικίνα έχει τόσα πολλά να προσφέρει στη μικρή μας κοινωνία. Είναι γρήγορη, δραστήρια, ζωηρή, έξυπνη και καλή. Εχει σύντροφο-ποντικό, έχει δική της ποντικο-φωλιά, μα κάθεται άπραγη, ακίνητη, σφηνωμένη σε μια κατάσταση αδράνειας.
__________
Η δε ειρωνία είναι ότι αυτό που λείπει στη μία, το έχει η άλλη…
__________
Εγώ, είμαι απλώς ένας μικρός βάτραχος. Ζω στη λιμνούλα μου, έχω τον πάπιο Αγαθάγγελο και τον σκύλο Συμεών - τους κολλητούς μου - έχω και μια δουλειά που οι περισσότεροι στο δάσος θεωρούν καλή. Φαινομενικά δεν μου λείπει τίποτα. Φαινομενικά.
Λυπάμαι που είμαι απλώς ένα αμφίβιο και τίποτα περισσότερο. Αν ήταν στο χέρι μου, σίγουρα και η Αρκουδίτσα και η Ποντικίνα θα είχαν λίγο διαφορετική ζωή από αυτήν που έχουν.
Λυπάμαι που εκεί έξω υπάρχουν τόσα και τόσα αξιόλογα πλάσματα που μπορούν να προσφέρουν, να αγαπήσουν, να δουλέψουν, να ξεχωρίσουν και να ανταμειφθούν, αλλά παραμένουν στη σκιά, με τα μάτια θλιμμένα.
Με λυπημένα μάτια με κοιτάς
Και ΄γω αλλού το βλέμμα μου γυρίζω
Το ξέρω πως μες στην ψυχή πονάς
Δεν θέλω όμως να δεις ότι δακρύζω
3.20.2006
Το ξέρατε ότι...
Το ξέρατε ότι εμείς τα βατραχάκια είμαστε πολύ βολικά πλασματάκια? Ναιαι, ναιαι!!! Μας πετάτε στο νερό? Πανηγύρι!!! Βουτιές, πατητές, διασκέδαση, φλερτ!!! Μας βγάζεις έξω?? Ουουου, ηλιοθεραπεία, χορός, τραγούδι, άθληση!!! Κάποιοι άξεστοι μάς φωνάζουν και cold-blooded, αλλά εμείς δεν μασάμε, καθώς δεν έχουμε δόντια σαν τα δικά σας, καννίβαλοι!!!
Το ξέρατε ότι εμείς τα βατραχάκια έχουμε χαριτωμένα αυτάκια??? Ναιαιαι, ναιαιαι!!! Ειναι στρογγυλούτσικα, χαριτωμένα, γούτσου-γούτσου τυμπανάκια στο πλάι του όμορφου κεφαλιού μας. Οχι σαν κάτι γαϊδάρες που ξέρω, που οι αυτάρες τους φτάνουν μέχρι το ταβάνι!!!
Να μην αναφερθώ στις θεϊκές, σούπερ σέξυ, καλλίγραμμες γάμπες μας!!! Αυτό το ξέρατε??? Ειναι κομψές, λεπτές, γυμνασμένες γι’αυτό κι εμείς δεινοί κολυμβητές!!! Τα δε όμορφα δαχτυλάκια μας βεντουζάρουν όπου γουστάρουν με αποτέλεσμα να είμαστε ΚΑΙ ξεχωριστοί αναβάτες!!!
Να μην ξεχάσω!!! Το ξέρατε ότι κάποιοι συγγενείς μου είναι και αλεξιπτωτιστές?? Τα δικά τους τα χεράκια είναι αλεξιπτωτάκια και πηδάνε και πετάνε στα δεντρακια και γελάνε. Μια φορά το δοκιμασα κι εγώ και ... ΣΠΛΑΤ! Ευτυχώς η θεία Ζηνοβία έπαιρνε τον υπνάκο της κάτω από το δέντρο εκείνη την ώρα και έτσι το αποτέλεσμα ήταν η θεία να έχει ένα μεγάλο καρούμπαλο και πονοκέφαλο για μια βδομάδα, ενώ εγώ να βλέπω καρέκλα και να κλαίω. Τι πόνος....
Δεν θα σας πω σήμερα τίποτ’ άλλο για εμάς τα βατραχάκια γιατί θα ζηλέψετε (ή θα σκυλοβαρεθείτε). Αχ.... πόσα από εμάς έχουν ήδη γίνει διάσημα στην τηλεόραση, το τραγούδι, ακόμα από την αρχαιότητα...
Προς το παρόν, σηκώνω ψηλά την κολλώδη γροθιά μου για να βροντοφωνάξω στους.... γκουρμέ αναγνώστες:
ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΑΣ, ΓΟΜΑΡΙΑ
ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΤΡΑΧΟ-ΠΟΔΑΡΙΑ !!!
Ουστ! Καννίβαλοι.
Το ξέρατε ότι εμείς τα βατραχάκια έχουμε χαριτωμένα αυτάκια??? Ναιαιαι, ναιαιαι!!! Ειναι στρογγυλούτσικα, χαριτωμένα, γούτσου-γούτσου τυμπανάκια στο πλάι του όμορφου κεφαλιού μας. Οχι σαν κάτι γαϊδάρες που ξέρω, που οι αυτάρες τους φτάνουν μέχρι το ταβάνι!!!
Να μην αναφερθώ στις θεϊκές, σούπερ σέξυ, καλλίγραμμες γάμπες μας!!! Αυτό το ξέρατε??? Ειναι κομψές, λεπτές, γυμνασμένες γι’αυτό κι εμείς δεινοί κολυμβητές!!! Τα δε όμορφα δαχτυλάκια μας βεντουζάρουν όπου γουστάρουν με αποτέλεσμα να είμαστε ΚΑΙ ξεχωριστοί αναβάτες!!!
Να μην ξεχάσω!!! Το ξέρατε ότι κάποιοι συγγενείς μου είναι και αλεξιπτωτιστές?? Τα δικά τους τα χεράκια είναι αλεξιπτωτάκια και πηδάνε και πετάνε στα δεντρακια και γελάνε. Μια φορά το δοκιμασα κι εγώ και ... ΣΠΛΑΤ! Ευτυχώς η θεία Ζηνοβία έπαιρνε τον υπνάκο της κάτω από το δέντρο εκείνη την ώρα και έτσι το αποτέλεσμα ήταν η θεία να έχει ένα μεγάλο καρούμπαλο και πονοκέφαλο για μια βδομάδα, ενώ εγώ να βλέπω καρέκλα και να κλαίω. Τι πόνος....
Δεν θα σας πω σήμερα τίποτ’ άλλο για εμάς τα βατραχάκια γιατί θα ζηλέψετε (ή θα σκυλοβαρεθείτε). Αχ.... πόσα από εμάς έχουν ήδη γίνει διάσημα στην τηλεόραση, το τραγούδι, ακόμα από την αρχαιότητα...
Προς το παρόν, σηκώνω ψηλά την κολλώδη γροθιά μου για να βροντοφωνάξω στους.... γκουρμέ αναγνώστες:
ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΑΣ, ΓΟΜΑΡΙΑ
ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΤΡΑΧΟ-ΠΟΔΑΡΙΑ !!!
Ουστ! Καννίβαλοι.
3.19.2006
anima rana
anima rana λέγομαι
και είμαι βατραχάκι
στα νούφαρα ακροβατώ
και πέφτω στο νεράκι
ο κόσμος γύρω σκοτεινός
μοιάζουν όλα με βάλτο
μα βατραχάκι είμαι εγώ
θα φύγω μ'ένα σάλτο
η γλώσσα μου πολύ μακριά
βουτάει εντομάκια
μα η ψυχή μου απ' τη ζωή
άρπαξε χαστουκάκια
όμως εγώ χαμογελώ
και παίζω σαν παιδάκι
anima rana λέγομαι
ψυχή από βατραχάκι
.....καλώς ορίσατε στη λιμνούλα μου!
και είμαι βατραχάκι
στα νούφαρα ακροβατώ
και πέφτω στο νεράκι
ο κόσμος γύρω σκοτεινός
μοιάζουν όλα με βάλτο
μα βατραχάκι είμαι εγώ
θα φύγω μ'ένα σάλτο
η γλώσσα μου πολύ μακριά
βουτάει εντομάκια
μα η ψυχή μου απ' τη ζωή
άρπαξε χαστουκάκια
όμως εγώ χαμογελώ
και παίζω σαν παιδάκι
anima rana λέγομαι
ψυχή από βατραχάκι
.....καλώς ορίσατε στη λιμνούλα μου!
Subscribe to:
Posts (Atom)